Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης.

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης:

πηγή: sarantakos.wordpress.com . Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστών του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.
Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.
Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.
Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.
Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.
Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;
Ιδού η πιστή μεταγραφή που έκανε ο Βλαχογιάννης, πριν ακόμα διορθωσει τίποτε:
κε τιν βασιλιατο κε τος οδιγισα εις τις πορτες κι αλες θεσες οπουτε μας ριχτονε να πεθανομεν) εισος μοτος εστιλες εσι λεονιδα οτι μιναν οταν σκοτοθις οτι ειγε(νει) αυτι καθαρι απογονισου κε σι κε ει σιτροφισου επερ τις πατριδοσου σκοτοθικειτε κε τις θρισκιασας κεμις αυτο ετιμαζομαςτε) ει αγαθοτι το θεο εινι αβισος τις θαλασις τος μορος κανι σουφος τος σουφος μορος τος αντριος διλος τος διλος αντριος δια να δοξάζετε ο πιλαστις το παντος εκει οπου τελιοσαμεν αυτα κι ετιμαζομαστε να πεθανομεν ετεκα ο θεος στελνι κε τον αγαθον κε γενεον πατριοτι τον γιανι κοςτα μαλος πετε κε απουμεσα απου αυτος τος στραβονι ο θεος κε δεν τος βιλεπουν κε τος αννιγο κε πενον κε αυτα τα πετε λιονταρια σε ολίγον μορχετε κι ο γενεος κειργιακος αργιροκαστριτις μ αλος οχτο πατριοτες το απου τον περεα οτι τοννιχα εις τον ορκον κε το παρακιλα κε το ειδιον στραβοσε τος απατεονες ο θεος πικαν κε αυτινι ει γενεει ατρες αυλαβι ει απουγονι τοπιρο σε καναδιο ορες ερχοτε κι ειγενει κι αγαθι πατριοτες ο γιανακει σουλιος με τον αδελφοντο διμιτρακει κι γαπροτο κειζα κε ο μελετις παπαδαμι κοντοργιοτις με εικοσιετε ανθρωπος κε με μεγαλον κειντινον τις ζοεις τος αυτινι ολι σουθικαν μεσα οτι τος είδαν τα στρατεματα αυτος τοτε αρχισε το τοφεκι απου τος αννατιος κιαυτινι ει γενεει κιαγαθι πατριοτες ολι ει 25 απουμεσα απουλος τος αννατιος ριχτικαν ος λιοταριγα τος ριχτικαν απανοτος ει ανατιει ολι ριξαν κε σκοτοσαν μονον εναν νοματαρχι αυτός μονον εσκοτοθι εις το σινταμα οτι οσα νεργαγι ει θια προνια ετζι γενοτε τοτε πικαν ολι μεσα κι ανναψαμεν το τοφεκι κε ει μεσα κε ει εξο ομος εμις δεν θελαμεν να ριξομεν εις το κρεας οτι ειτον αδελφι μας κι εκεινι τοτε τοφεκεισμος εμις κι εκεινι κι αρχισαμεν εμις ζιτο το σινταμα κι εθνικει σιννελεψι(ν) αρχισαν απου το κάστρο εκείνοι οπουχα οδιγισι κε ει φοτιες απο τα βυνα τις καπανες πιγε ο διμαρχος προδοτις ανναργιρος πετρακεις κι ο αςτινομος μιμικος μισαραλιοτις κε ει οπαδιτος κε δεν αφισαν να βαρεσον μαλιστα ειρθαν εις το σπιτιμο εις τον καφενεμο κε γιρεβαν με προδοσία ος φιλι να με βιγαλον εξο να μιλισουμεν να με πιασουν μαπιστια να με δοσον εις τος φίλος τος αυτο το σικειδιον ταπετιχαν τοτε κεινιθι κε ταχτικον κε ειπικον με τον καλερι κε σκαριβελι ακογοτας τος τοφεκεισμος μας κε πιγαν εις το παλατι ευτις κι εγο αφισα τιν αννακεια φρορα κεπιγα κιεγο βιγενοτας εξο μακολοθισαν ολι ει πουλιτες ειρθαν κε απου τα χορια οποτος ειχα παρακειλι κε μας πιραν εις τα χέρια ολος ο λαος χαλεβαν να πουνε απουταπαλεθιρια εις το παλατι τοτε τος μιλισα ναχον τιν μεγαλιτερα αρετι κε πατριοτισμον εμις θελομεν να μας δοσι ο βα…
Δεν είναι και πολύ κατανοητό, έτσι;
Μερικές παρατηρήσεις του Βλαχογιάννη για τον τρόπο που γράφει ο Μακρυγιάννης:
Ο Μακρυγιάννης γεμίζει ολόκληρες τις σελίδες με πυκνότατο γράψιμο, με μάλλον μεγάλα γράμματα, στρογγυλά. Αυτό έχει αποτέλεσμα πολλά γράμματα να μοιάζουν με άλλα. Δεν βάζει τόνους και δεν χρησιμοποιεί σημεία στίξης.
Ο Μακρυγιάννης δεν ξέρει ορθογραφία. Γράφει όπως ακούει. Χωρίζει τις λέξεις αλλά ενώνει άρθρα με ονόματα ή συνδέσμους με ρήματα ή εγκλιτικά: ταλαθι (τα λάθη), οπουγραφο (οπού γράφω), ναιδι (να ιδεί), πεθαμοτου (πεθαμό του).
Χρησιμοποιεί τις «διφθόγγους» ου, αυ και ει αλλά όχι άλλες. Γράφει εβροπι, εβεργετι, λεμος, πινα. Το άτονο ου το ακούει ρουμελιώτικα ο και το γράφει έτσι: τοφεκι, βονα (βουνά), σκλαβοσον, σουροπομα. Άλλες όμως φορές γράφει με ο και το τονιζόμενο ου: τορκος (τούρκους), βαστοσαν, αφο.
Συχνά παρεμβάλλει το γ ανάμεσα στα φωνήεντα των διφθόγγων: νεγος (νέος), αθινεγι (Αθηναίοι), γονεγι (γοναίοι), αγιμνιστος (αείμνηστος). Επίσης παρεμβάλλει ένα ι ανάμεσα σε ορισμένα συμφωνικά συμπλέγματα: βιλαβον (βλάβουν), αναπιλι (Ανάπλι), γιμινος (γυμνός), τιπιτι (τύπτει).
Δυσκολεύεται να γράψει μπ, γκ, ντ και σχεδόν πάντα προτιμά, αντ’ αυτών, τα π, κ, τ: τιθικα (ντύθηκα), πατο (παντού), ακλια (Αγγλία), κιτι (γκιντί, τούρκικη λέξη), πενου (μπαίνω), λαπρός (λαμπρός).
Όσο κι αν οι «κανόνες» αυτοί βοηθάνε, καταλαβαίνει κανείς το ηράκλειο έργο που είχε να κάνει ο Βλαχογιάννης. Και ιδού το απόσπασμα της παραπάνω χειρόγραφης σελίδας, που το είδαμε και σε αρχική, ανεπιμέλητη μεταγραφή, πώς έγινε αφού το επιμεληθηκε ο Βλαχογιάννης (και πολύ λιγότερο οι μεταγενέστεροι):
και την βασιλεία του και τους οδήγησα εις τις πόρτες κι άλλες θέσες, όποτε μας ριχτούνε να πεθάνομεν.
Ίσως μου τους έστειλες εσύ, Λεωνίδα, ότι μείναν όταν σκοτώθης· ότι οι γενναίοι αυτοί καθαροί απογόνοι σου – κι εσύ και οι συντρόφοι σου υπέρ της πατρίδος σας σκοτωθήκετε και της θρησκείας σας – κι εμείς σ’ αυτό ετοιμαζόμαστε. Η αγαθότη του Θεού είναι άβυσσος της θαλάσσης, τους μωρούς κάνει σοφούς, τους σοφούς μωρούς, τους αντρείους δειλούς, τους δειλούς αντρείους, διά να δοξάζεται ο πλάστης του παντός. Εκεί οπού τελειώσαμεν αυτά κι ετοιμαζόμαστε να πεθάνομεν έντεκα, ο Θεός στέλνει και τον αγαθόν και γενναίον πατριώτη τον Γιάννη Κώστα μ’ άλλους πέντε· κι από μέσα από αυτούς – τους στραβώνει ο Θεός και δεν τους βλέπουν. Και τους ανοίγω και μπαίνουν αυτά τα έξι λιοντάρια. Σε ολίγον μο ’ρχεται κι ο γενναίος Κυργιάκος Αργυροκαστρίτης μ’ άλλους οχτώ πατριώτες του από τον Περαία· ότι τον είχα εις τον όρκον και του παράγγειλα· και το ίδιον στράβωσε τους απατεώνες ο Θεός – μπήκαν κι αυτείνοι οι γενναίοι άντρες άβλαβοι, οι απόγονοι του Πύρρου. Σε κάνα δυο ώρες έρχονται και οι γενναίοι κι αγαθοί πατριώτες ο Γιαννάκη Σούλης με τον αδελφόν του Δημητράκη και γαμπρό του Γκίτζα κι ο Μελέτης Παπαδάμη Κουντουργιώτης με εικοσιπέντε ανθρώπους, και με μεγάλον κίντυνον της ζωής τους αυτείνοι όλοι σώθηκαν μέσα, ότι τους είδαν τα στρατέματα αυτούς· τότε άρχισε το ντουφέκι από τους αναντίους, κι’ αυτείνοι οι γενναίοι κι’ αγαθοί πατριώτες όλοι, οι εικοσιπέντε, από μέσα απ’ ούλους τους αναντίους ρίχτηκαν ως λιοντάργια· τους ρίχτηκαν απάνου τους οι αναντίοι όλοι. Ρίξαν και σκότωσαν μόνον έναν νωματάρχη. Αυτός μόνον εσκοτώθη εις το Σύνταμα· ότι όσα ’νεργάγει η Θεία Πρόνοια έτσι γένονται. Τότε μπήκαν όλοι μέσα κι ανάψαμεν το ντουφέκι και οι μέσα και οι έξω. Όμως εμείς δεν θέλαμεν να ρίξομεν εις το κρέας, ότι ήτον αδελφοί μας κι εκείνοι. Τότε ντουφεκισμούς εμείς κι εκείνοι, κι’ αρχίσαμεν εμείς· «Ζήτω το Σύνταμα κι η Εθνική Συνέλεψη!» Άρχισαν από το κάστρο εκείνοι οπού ’χα οδηγήσει και οι φωτιές από τα βουνά. Τις καμπάνες πήγε ο προδότης δήμαρχος Ανάργυρος Πετράκης κι ο αστυνόμος Μιμίκος Μισαραλιώτης και οι οπαδοί τους και δεν άφησαν να βαρέσουν. Μάλιστα ήρθαν εις το σπίτι μου, εις τον καφενέ μου, και γύρευαν με προδοσιά, ως φίλοι, να με βγάλουν έξω να μιλήσομεν, να με πιάσουν μ’ απιστιά να με δώσουν εις τους φίλους τους. Αυτό το σκέδιον τ’ απέτυχαν. Τότε κινήθη και το Ταχτικόν και ιππικόν με τον Καλλέργη και Σκαρβέλη, ακούγοντας τους ντουφεκισμούς μας, και πήγαν εις το Παλάτι. Ευτύς κι εγώ άφησα την αναγκαία φρουρά και πήγα κι εγώ. Βγαίνοντας έξω μ’ ακολούθησαν όλοι οι πολίτες. Ήρθαν κι από τα χωριά, οπού τους είχα παραγγείλει. Και μας πήραν εις τα χέρια όλους ο λαός. Χάλευαν να μπούνε από τα παλεθύρια εις το Παλάτι. Τότε τους μίλησα να ’χουν την μεγαλύτερη αρετή και πατριωτισμόν· «Εμείς θέλομεν να μας δώση ο Βα…
Αν βάλετε πλάι-πλάι τις δυο εκδοχές θα δείτε μία προς μία τις επεμβάσεις που χρειάστηκε να κάνει ο Βλαχογιάννης σε μία μόνο σελίδα κειμένου.
Δεν θα έκανε και λάθη ο Βλαχογιάννης στη μεταγραφή; Ανθρωπίνως αδύνατο να μην έκανε. Και πώς δεν ξαναείδε κανείς το χειρόγραφο από το 1945 (που πέθανε ο Βλαχογιάννης) και μετά; Και πού βρίσκεται το χειρόγραφο σήμερα;
Τα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη ποτέ δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας. Ο Βλαχογιάννης ήταν πολύ φειδωλός με το εύρημά του. Πήγε στα γραφεία της Ακρόπολης και έδειξε τα χειρόγραφα στους συντάκτες, και η Ακρόπολις δημοσίευσε ομοιότυπα τριών σελίδων (η μία είναι αυτή που βλέπετε πιο πάνω). Κάποια στιγμή, γύρω στο 1910, επέστρεψε τα χειρόγραφα στον Κίτσο Μακρυγιάννη.
Και μετά;
Στο βιβλίο απ’ όπου άντλησα υλικό για το σημερινό άρθρο (αυτή την τρίτομη έκδοση) στον τρίτο τόμο, υπάρχει η εισαγωγή του Σπύρου Ασδραχά στην έκδοση του 1957, όπου αναφέρεται ότι μετά τον θάνατο του Βλαχογιάννη κάποιοι έγραψαν στις εφημερίδες ότι το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη το είχε καταστρέψει ο Βλαχογιάννης για να μην δουν οι επόμενες γενεές τις επεμβάσεις που είχε κάνει στο κείμενο. Ωστόσο, αυτό αποκλείεται από διάφορες μαρτυρίες (πχ του Φ. Κουκουλέ) με βάση τις οποίες ο Κίτσος Μακρυγιάννης κληροδότησε τα χειρόγραφα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Το 1957, γράφει ο Ασδραχάς, τα χειρόγραφα βρίσκονταν ακόμη εγκιβωτισμένα στα γραφεία της Εταιρείας.
Ο Ασδραχάς πειστικά απορρίπτει την ιδέα ότι ο Βλαχογιάννης έκανε ριζικές και αυθαίρετες επεμβάσεις στο κείμενο του Μακρυγιάννη, φέρνοντας σαν επιχείρημα ότι ξέρουμε πώς δούλεψε στην έκδοση των απομνημονευμάτων του Κασομούλη (όπου δηλώνει τις διορθώσεις του) και του Σπυρομίλιου. Άλλοι όμως υποθέτουν ριζικές επεμβάσεις και κάποιοι φτάνουν στο σημείο να υποθέσουν ότι ο Βλαχογιάννης είναι ο πραγματικός συγγραφέας! -εδώ βλέπουμε μια ανασκόπηση που έχει και αυτές τις εκδοχές.
Να πούμε ότι ο Βλαχογιάννης το 1936 αγόρασε από τον παλαιοβιβλιοπώλη Σπανό το χειρόγραφο του άλλου έργου του Μακρυγιάννη, το Οράματα και θάματα, αλλά δεν θέλησε να το εκδώσει -αφενός είχε γεράσει και αφετέρου το θεωρούσε παραληρηματικό έργο που θα διέσυρε τη φήμη του στρατηγού. Το έδωσε όμως στον συνεργάτη του Άγγελο Παπακώστα. Αυτό το χειρόγραφο υπάρχει, είναι κατατεθειμένο στη Γεννάδειο και έχει εκδοθεί και σε πανομοιότυπη έκδοση -πέρα από την κανονική έκδοση σε επιμέλεια Άγγελου Παπακώστα.
Ομολογώ πως δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια νεότερη έγκυρη άποψη για το χειρόγραφο των Απομνημονευμάτων. Περιμένω από τα σχόλιά σας να με διαφωτίσετε. Σκέφτομαι πάντως δεν θα υπάρχει καλύτερος τρόπος να γιορταστούν τα 200 χρόνια του ξεσηκωμού από το να γίνει προσπάθεια να βρεθεί το χειρόγραφο. Αυτή θα είναι εθνική προσπάθεια, σε αντίθεση με τις κοσμικές φιεστες.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Μαρία Πενταγιώτισσα

Μαρία Πενταγιώτισσα


ΜΑΡΙΑ Η ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ
[Του Γιάννη Μάκκα]

Η πανέμορφη Ρουμελιωτοπούλα Μαρία από του Πενταγιούς Φωκίδας, που τραγουδήθηκε και έχουν γραφεί πολλά λαϊκά μυθιστορήματα γύρω από τη ζωή της, κυρίως στις αρχές του περασμένου αιώνα!
Φανταχτερά, πολύχρωμα λιθόγραφα τα βιβλιοεξώφυλλα, αποτελούν σήμερα το "θήραμα" των συλλεκτών, που τα κυνηγούν μανιωδώς.
(φωτο! Εξώφυλλο συλλεκτικού μου λαϊκού μυθιστορήματος)

Πηγή: F/B Ioannis Elatos Makkas
Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων

Μια ακόμη απώλεια ..
Ο Σπύρος Κοράκης  του Χαράλαμπος ετών 73 απεβίωσε στην Αθήνα όπου ζούσε και κηδεύτηκε την Πέμπτη στο νεκροταφείο του χωριού μας . Παρόλο που από μικρός είχε μετακομίσει στην Αθήνα δεν έπαψε να υπεραγαπά το χωριό του και να είναι από τους πιο σταθερούς επισκέπτες ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες . Μόνο φίλους είχε ο αγαπητός Σπύρος σε αυτή την γήινη διαδρομή του . Θα μας λείψει σίγουρα αλλά θα τον έχουμε ανεξίτηλα χαραγμένο στην μνήμη μας με τις καλύτερες αναμνήσεις .
Θερμα συλλυπητήρια στους οικείους του.
αιωνία του η μνήμη ,καλό παράδεισο  Σπύρο .

Στην φωτογραφία με τον ανιψιό του τον Μίλτο

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων

Μήτσος Κ Κοράκης 

Ένας ακόμη χωριανός μας μας αποχαιρέτησε οριστικά . Σήμερα στο νεκροταφείο του χωριού συγγενείς και φίλοι συνόδεψαν στην τελευταία κατοικία του τον Δημήτρη Κοράκη του Κωνσταντίνου που απεβίωσε προχθές στην Αθήνα οπου διέμενε τα τελευταία χρόνια.  Ο Μήτσος , ένας από τους πιο αγαπητούς χωριανούς μας ήταν γιος του Κώστα  (Καμάρα) και της Κωνστάντως και είχε δημιουργήσει μια εξαίρετη οικογένεια με την Τασία, που πριν μερικούς μήνες είχε φύγει και αυτή για το μεγάλο ταξίδι .
Με το μπάρμπα Μήτσο και την οικογένεια του είχαμε την τύχη να είμαστε γειτόνοι και στο χωριό  και στο κάμπο . Εμείς στο Μαρμαράκι και αυτοί στα Ψηλά Αμπέλια που διέμεναν τα καλοκαίρια  . Η σχέση μας ήταν τόσο καλή που αισθανόμασταν σαν μια οικογένεια ,αλληλοβοηθιόμασταν στις διάφορες αγροτικές εργασίες και συμμετείχαμε στις χαρές και στις λύπες όπως γίνεται στις οικογένειες . Χρόνια όμορφα που μένουν ανεξίτηλα στις μνήμες μας . Εκτός από  τα  Ψηλά  Αμπέλια το άλλο βασίλειο του Μήτσου ήταν η Μάλλιαρη που είχε τα μαντριά του και εκεί ξεχειμώνιαζε με το κοπάδι του.
Άνθρωπος εργατικός και της ανιδιοτελούς προσφοράς και παράδειγμα οικογενειάρχη, θα λείψει σίγουρα από τα παιδιά και τα εγγόνια του αλλά και σε όλους εμάς που μόνο καλές αναμνήσεις έχουμε από τον Μπάρμπα Μητσο . 
Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια του ,στον Κώστα , στον Γιάννη, στην Κατίνα και στην Κική.

Καλό ταξίδι μπάρμπα Μήτσο ...


Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Θεμιστοκλής Μπερτσιάς
κάμπος λουτσόβου . Στο βάθος το αβορόρεμα , στο κοντινό πλάνο τα ψηλά αμπέλια. Η Φωτογραφία είναι τραβηγμένη τον Σεπτέμβρη του 1972 από την θέση Μαρμαράκι.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

Το ρύζι που δεν φύτρωσε ..



7. Το ρύζι που δεν φύτρωσε ..

Μεγάλο γεγονός ήταν για τον Έπαχτο και για την γύρω περιοχή η ζωοεμποροπανήγυρης  που κάθε χρόνο ξεκίναγε ανήμερα του Αγίου Δημητρίου.
Στην δεκαετία του πενήντα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα διαρκούσε ολόκληρη βδομάδα και η κοσμοσυρροή από τα χωριά της Ναυπακτίας, της Δωρίδας αλλά και από την Αχαΐα ήταν τόσο έντονη που εκείνες τις μέρες τριπλασιαζόταν ο πληθυσμός της πόλης . Χαράς ευαγγέλια για τους εμπόρους και τα πανδοχεία της Ναυπάκτου !!
Κάθε χρόνο ο παππούς μου έπαιρνε τον Γιώργο τον πατέρα μου, που ήταν ο μικρότερος γιος του, και επισκεπτόντουσαν το επαχτίτικο παζάρι όπως ήταν πιο γνωστό .
Στο παζάρι έβρισκες τα πάντα, από άλογα, γαϊδούρια , μοσχάρια και αιγοπρόβατα μέχρι υφάσματα , ρούχα ,παπούτσια ,τρόφιμα, σπόρους, γεωργικά εργαλεία και ό,τι ήταν αναγκαίο για την ζωή στη επαρχία εκείνη την εποχή . Δεν έλειπαν βέβαια και κάποια νεωτερίστικα εμπορεύματα που για πρώτη φορά τα έβλεπαν οι άνθρωποι της επαρχίας . Ήσαν κυρίως αγροτικά και κτηνοτροφικά εργαλεία. Δύσκολα τα αποδεχόντουσαν οι άκρως συντηρητικοί κάτοικοι εκείνης της εποχής. Η κρατούσα αντίληψη ήταν:
“όπως τα βρήκαμε από τους γονείς μας έτσι πρέπει να τα παραδώσουμε στα παιδιά μας”.
Σε εκείνο το παζάρι ο μικρός Γιώργος έβλεπε πράγματα για πρώτη φορά στη ζωή του και οι ορίζοντές του άνοιγαν, τον εντυπωσίαζαν και του καλλιεργούσαν την νοοτροπία πως πρέπει να αγκαλιάζει τα καινούργια και άρχισε σιγά σιγά  να πιστεύει  ότι οι αλλαγές είναι πρόοδος..
Ο μικρός ο Γιώργος έβλεπε με άλλο μάτι τα καινούργια εργαλεία, καταλάβαινε ποσό θα τον βοηθούσαν στην δουλειά του και ποσό πιο παραγωγικές θα ήταν οι προσπάθειες του .
Έπειθε τον πατέρα του και κάθε φορά που γύριζαν από το παζάρι κάτι καινούργιο θα κουβάλαγαν με την κυρά Μαρία, την μάνα του, να γκρινιάζει, που σπαταλούν τα χρήματα τους σε άχρηστα πράγματα .
Έφεραν από τους πρώτους στη μικρή κοιλάδα του Μόρνου το σιδερένιο άροτρο , την μηχανή όπως την  έλεγαν, την σιδερένια σβάρνα και την ραντιστήρα πλάτης .
Την χρονιά της γέννησης μου, έφεραν ένα πουλάρι που εξελίχθηκε σε ένα υπέροχο άλογο. Η μάνα μου είχε να το λέει για πολλά χρόνια, όταν αναφερόταν στην γέννηση μου ή στην ηλικία μου, αμέσως συμπλήρωνε: έχεις την ίδια ηλικία με την Κούλα, που ήταν το όνομα του αλόγου .
Η Κούλα μαζί με ένα ψηλόσωμο μουλάρι, που ήταν δώρο από την Αμερικανική βοήθεια και την UNRRA, έφτιαξαν ένα ταιριαστό δίδυμο που όργωνε για δυο περίπου δεκαετίες τα χωράφια μας ,τα ποτιστικά στο κάμπο και τα άνυδρα μπαΐρια, που καλλιεργούσαμε και ήσαν έξω από τους αρδευτικούς αύλακες στις πλαγιές των μικρών λόφων στην βορειοδυτική πλευρά του κάμπου.
Ο παππούς του άρεσαν οι ήχοι των κουδουνιών και πάντα αγόραζε κάποια κουδούνια με διάφορους ήχους για να κάνουν ιδιαίτερη την βουκολική μουσική, που τις νύχτες του καλοκαιριού αντιλαλούσε στους λόφους πέριξ της κοιλάδας δημιουργώντας μια πανδαισία ηχητικών ακουσμάτων. Υπήρχε ένας άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ των βοσκών για το ποιου τα κουδούνια των κοπαδιών θα παράσχει την πιο ιδιαίτερη και σαγηνευτική μουσική.
Πρέπει να ήταν ή το 1960 ή το 1961, που θυμάμαι τον πατέρα να εξιστορεί στην μητέρα μου ότι στο παζάρι γνώρισε κάποιον από το Αγρίνιο που καλλιεργούσε ρύζι-έχει  ορυζώνες- θυμάμαι την φράση που είπε στην μητέρα μου .
«Του χρόνου θα αγοράσω ρύζι να σπείρουμε και μεις» συνέχισε να λέει στην κυρά Ευθυμία , «ρώτησα και έμαθα τα πάντα για την καλλιέργεια του ρυζιού».
-Δεν ξέρω εγώ από αυτά.. του απαντά η μάνα μου. Αλλά για πες μου, γιατί κανείς όλα αυτά χρόνια δεν έχει σπείρει εδώ στο κάμπο ρύζι ;  Μήπως δεν γίνεται; Μήπως θέλει αλλά χώματα που ο δικός μας κάμπος δεν έχει ; Δεν το αφήνεις καλύτερα Γιώργο...
-Κοίταξε γυναίκα πρέπει να δοκιμάσουμε, γιατί δεν το έχουν κάνει άλλοι εμένα δεν με ενδιαφέρει, εμένα ο Αγρινιώτης μου είπε πως είμαστε βλάκες, έχετε μου λέει εύφορα χωράφια, μπόλικο νερό και ασχολείστε ακόμη με καλαμπόκια και σιτάρια που δεν έχουν λεφτά ..  βάλε ρύζι να κονομήσεις μου είπε, άστο Ευθυμία του χρόνου θα το κάνουμε .
Αυτή η λουγκιά δίπλα στο ποτάμι που είναι επτά στρέμματα θα την καλλιεργήσουμε ρύζι θα είμαστε οι πρώτοι ! και μην το πεις σε κανένα θα τρίβουν τα μάτια τους οι χωριανοί μας !
Την επόμενη άνοιξη η πρώτη δουλειά του πατέρα ήταν να προετοιμάσει τα επτά στρέμματα για την σπορά του ρυζιού . Διπλοόργωσε πολύ καλά το χωράφι, το ίσιωσε με την σβάρνα , το αλφάδιασε,έφτιαξε στα άκρα μικρά αναχώματα ώστε το νερό που θα κατέκλυζε την  έκταση να μην έχει δυνατότητα διαφυγής και το ύψος του να μην ξεπερνά τους δέκα πόντους .
Αρχές Μαΐου πήγε στην πρωτεύουσα και αγόρασε δυο σακιά ρύζι των πενήντα κιλών. Ο έμπορος παραξενεύτηκε για την ποσότητα και τον ρώτησε:
-Τι θα το κανείς τόσο ρύζι ρε Γιώργο ; Κρατώντας μυστικό το σχέδιο του απάντησε :
⁃ Δεν  είναι όλο δικό μου Θόδωρε ..
Μόλις ζέστανε ο καιρός, κάπου στα μέσα Μαΐου, έσπειρε το ρύζι όπως τον είχε δασκαλέψει ο Αγρινιώτης και περίμενε με ανυπομονησία να φυτρώσει το πρώτο ρύζι στην ιστορία της κοιλάδας.
Οι μέρες περνούσαν, φθάσαμε στο μήνα και ούτε ένα φυτό δεν είχε ξεμυτίσει από το νερό.
Απογοητευμένος άρχισε να λέει το πρόβλημα του αριστερά και δεξιά, βέβαια κανείς δεν μπορούσε να του δώσει κάποια εξήγησε . Δεν έφτανε η στενοχώρια του είχε και την μάνα μου,που του γκρίνιαζε, πως κάνει του κεφαλιού του, δεν ρωτά κανένα, χάσαμε τόσα χρήματα και δουλειά ενός μήνα με τα πειράματα του μουρμούριζε ..
Στα μέσα Ιουνίου μας επισκέφθηκε ο αδελφός της μάνας μου που υπηρετούσε την θητεία του στη αεροπορία και είχε πάρει άδεια .
Γαμπρέ του λέει:
-Τι ρύζι φύτεψες;  από που αγόρασες τον σπόρο;
-Από το Γκομόζια, από το Λιδωρίκι .
-Άσπρο ρύζι , αυτό που μαγειρεύουμε, αγόρασες;
Άρχισε να γελά και του λέει, μα αυτό είναι αποφλοιωμένο , είναι επεξεργασμένο και δεν φυτρώνει ... έπρεπε να προμηθευτείς σπόρο γνήσιο ....
Έτσι άδοξα έσβησε η προσπάθεια να γίνουν ορυζώνες τα καλαμποχώραφα της κοιλάδας !!

Πέρασαν χρόνια και όσες φορές θύμιζα στον πατέρα μου το πάθημα του φαινόταν καθαρά ότι τον ενοχλούσε και η αντίδραση του ήταν:   Ότι κάτι άλλο έφταιγε και όχι ο σπόρος και ότι ήμουν μικρός τότε και δεν θυμάμαι καλά την ιστορία ... Τέλος πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα ο πατέρας ήταν προοδευτικός και ας μην ευοδώθηκαν τα όνειρα του για τους ορυζώνες. Και  οι πρωτοπόροι πατέρα έχουν τις αποτυχίες τους χωρίς αυτό να τους στερεί τον τίτλο του νεωτεριστή !!.


Πόνημα δημιουργικής γραφής, ( απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο : θαμμένα όνειρα ζωντανές αναμνήσεις )
Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς
Δεκέμβρης 2019 .
Η κοιλάδα πριν σκεπαστεί από τα νερά της λίμνης του Μόρνου .



Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Ηλιόπουλος, ο ακούραστος Λαογράφος της Δωρίδας















Ο Γιάννης Ηλιόπουλος, (γνωστός και με το φιλολογικό ψευδώνυμο Γιάννος Ζωριάνος), 
γεννήθηκε στον Ζωριάνο Δωρίδας το 1933.  Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και το 
Ημιγυμνάσιο στο Κροκύλειο Δωρίδας και το Γυμνάσιο Αρρένων στην Καλλιθέα Αθηνών.
 Σπούδασε Δάσκαλος στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και σε Στρατιωτικές Σχολές κα
ι σήμερα φέρει το βαθμό του Εφέδρου Ταγματάρχη Πεζικού. 

Υπηρέτησε ως Δάσκαλος σε διάφορα Δημοτικά Σχολεία της Επαρχίας Δωρίδας και παράλληλα ως
Εκπαιδευτής Νυχτερινών Σχολείων, αλλά κι ως Διευθυντής Κέντρων Λαικής Επιμορφώσεως, στην
 ευρύτερη περιοχή της πεδινής Δωρίδας, από του 1960 και μέχρι του 1981.

Ως μέλος της Εταιρείας Φωκικών Μελετών, έχει δημοσιεύσει στην περιοδική της έκδοση
(Σελίδες απ τη Φωκίδα), πλήθος Διηγημάτων, Λαογραφημάτων, Χρονογραφημάων και Ιστορικών
 Μελετών.

Ως μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, έχει δημοσιεύσει στην περιοδική της έκδοση
 (Λογοτεχνική Δημιουργία), σειρά λογοτεχνικών κειμένων.

Ως συνεργάτης τοπικών εφημερίδων, δημοσίευσε πολλά Χρονογραφήματα με το ψευδώνυμο
 Γιάννος Ζωριάνος.

Υπηρετώντας τη Δωρική Λαογραφία, έχει παρουσιάσει πολλές Λαογραφικές Συλλογές, από
 τις οποίες η Ακαδημία Αθηνών έχει βραβεύσει τις ακόλουθες:

1.Κιβωτός, Λαογραφικά Κουκούρων Δωρίδος, 1984. 

2. Παίζουμε, Λαογραφία Φωκικών Παραδοσιακών Παιγνιδιών, 1991. 

3. Η Μουσική Λαογραφία της Δωρίδος.-1998 (Έκδοση Ε.Φ.Μ., Άμφισσα 1998).

4. Ιστορία και Λαογραφία του παραδοσιακού οικισμού Ζωριάνος Δωρίδος. 2003.

5.Το Δημοτικό Τραγούδι στη Δωρίδα, 2006.

6.Ο Βίος του Στρατιώτη του 1913, 2006.

7. Ιτιά Δωρίδος - Οικισμός Ζευγολατειό, 2008.

8. Παρθενιος Ζωγράφος, ο "Παπαφλέσσας της Δωρίδας", 2010 (Έκδοση Ευπαλιωτών, Αθήνα 2013)

9. Από την Καρυά στο Ευπάλιο, 2015 (Έκδοση Ευ/των 2015)

10. Το Πρώτο Ολοκαύτωμα του Αγώνα, 2015.


Άλλες του Λαογραφικές εργασίες, που έχουν εκδοθεί σε βιβλία:

1. Λαογραφικά Δωρίδος - Αθήνα 1987, Έκδοση Δωρικής Αδ/τος.

2. Ευπάλιο, Αθήνα1998, Εκδοση Ενωσης Ευπαλιωτών Δωρίδας.

3. Η Δασκάλα Ουρανία, Αυτοέκδοση
Πηγή : ορεινή δωρίδα 

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή .

απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο : "ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ , ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ"

Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή .
Τα καιρικά φαινόμενα του Φλεβάρη του 1962 ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστα για την μικρή κοιλάδα του Μόρνου . Για αρκετές μέρες χιόνιζε διαρκώς και το ύψος του χιονιού μέσα στο κάμπο είχε φθάσει τους πενήντα πόντους, στα χωριά δε, που ήσαν ψηλότερα, το ύψος ξεπέρασε το μέτρο και η ζωή ανθρώπων και ζώων είχε γίνει πάρα πολύ δύσκολη . Τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα με τον ερχομό κάποιων ημερών με ηλιοφάνεια -Αλκυονίδες μέρες τις λέγαμε - που αντί να καλυτερεύσουν την κατάσταση την χειροτέρευσαν γιατί οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες της νύχτας πάγωσαν τα χιόνια σε τέτοιο βαθμό που ο ήλιος της ημέρας δεν κατάφερνε να τα ξεπαγώσει ούτε στο ελάχιστο .
Μετά από μια βδομάδα υπερβολικής παγωνιάς ξαφνικά ο καιρός άλλαξε και το γύρισε σε βροχή . Έβρεχε καταρρακτωδώς, άνοιξαν οι ουρανοί για σχεδόν μια βδομάδα, τα παγωμένα χιόνια έλιωσαν και στο κάμπο και στα γύρω βουνά. Το νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα . Τα χωράφια γύρω από το σπίτι μας έγιναν μια απέραντη λίμνη που είχε σκεπάσει όλα τα δημητριακά που είχαμε σπείρει το φθινόπωρο. Όλα τα ρέματα , τα ρυάκια και τα αυλάκια έφερναν τόσο μεγάλες ποσότητες νερού που δεν τις χωρούσαν οι χαραγμένες από χρόνια κοίτες τους . Είχαν υπερπηδήσει τις όχθες και έτρεχαν επικίνδυνα αριστερά και δεξιά παρασύροντας και καταστρέφοντας ότι έβρισκαν στο διάβα τους .
Είμαστε κλεισμένοι όλη η οικογένεια στο σπίτι μας , ένα δίπατο αγροτόσπιτο , που ήταν καλά θεμελιωμένο σε θέση που προσέφερε φυσική προστασία . Ο μικρός λοφίσκος με την συστάδα των βελανιδιών, μας προστάτευε από το βοριά και το υπερυψωμένο πλάτωμα όπου ήταν χτισμένο το σπίτι ,  μας παρείχε ασφάλεια από τα νερά του διπλανού ρέματος .
Οι άσχημες καιρικές συνθήκες μας είχαν σχεδόν απομονώσει αλλά δεν υπήρχε ανησυχία γιατί υπήρχαν τα απαραίτητα βασικά εφόδια που μας επέτρεπαν να ζήσουμε χωρίς σοβαρά προβλήματα για αρκετό καιρό .
Η απόκοσμη βουή που ερχόταν από την πλευρά των ποταμιών και του μεγάλου ποταμιού, του Μόρνου, και του παραποτάμου, του Κόκκινου, προκαλούσαν έναν ενδόμυχο φόβο που τα βράδια γινόταν ακόμη πιο αποκρουστικός, λόγω της αντήχησης στην βουνοσειρά της Στόχοβας.  Επειδή το σπίτι μας ήταν κοντά στην συμβολή των δυο ποταμιών η βουή από την σύγκρουση των νερών των υπερχειλισμένων ποταμιών αποκτούσε μια αλλόκοτη χροιά που δύσκολα περιγράφεται .
Το μεγάλο πρόβλημα ήταν τα ζώα για τα οποία δεν υπήρχε η δυνατότητα να βγουν έξω από τον στάβλο να βοσκήσουν γιατί όλα τα λιβάδια ήταν σκεπασμένα με νερό . Ο παππούς ο Κώτσιος , που είχε την φροντίδα του κοπαδιού ήταν πολύ ανήσυχος γιατί οι μπάλες με το τριφύλλι που είχαμε στις αχυροκαλύβες τελείωναν ,το ίδιο συνέβαινε και με βαμβακόπιτα και το κριθάρι που είχαμε στα αμπάρια .
Ήταν επίσης αδύνατο να πάει στο μικρό δάσος με τις κουμαριές και τις αγλανιές, που ήταν περίπου πεντακόσια μέτρα δυτικά από το σπίτι, όπου θα μπορούσε να κόψει κλαδιά και με το μουλάρι να τα φέρει για τροφή στα πρόβατα .
Η συνεχής και καταρρακτώδης βροχή και κυρίως τα πλημμυρισμένα ρέματα εμπόδιζαν μια τέτοια προσπάθεια .
Ο στάβλος ήταν ευτυχώς δίπλα στο σπίτι, ήταν καλής κατασκευής, οι τοίχοι ήταν πέτρινοι και η σκεπή -ταράτσα την λέγαμε - από ξύλα και χώμα δεν έβαζε νερά και τα ζώα τουλάχιστον δεν κινδύνευαν άμεσα από τα ακραία αυτά καιρικά φαινόμενα.
Αυτή την εποχή είχαν αρχίσει οι γέννες , που απαιτούσαν ιδιαίτερες φροντίδες, που αυτός ο παλιόκαιρος τις δυσκόλευε και μεγάλωνε την ανησυχία του παππού.
Ο παππούς αγαπούσε τα ζώα του και τα φρόντιζε με ιδιαίτερη επιμέλεια , μάλιστα στην εποχή που γεννούσαν, τα βράδια κοιμόταν κοντά στο κοπάδι.Σε κάποια γωνιά του στάβλου είχε φτιάξει το δικό του κονάκι με ένα πρόχειρο παραγώνι, όπου άναβε φωτιά για να ζεσταίνετε ο ίδιος αλλά και κανένα νεογνό που είχε πρόβλημα .
Αυτός ο παλιόκαιρος δεν ήταν εμπόδιο για τον παππού να είναι κοντά στο κοπάδι του και τα βραδιά συνέχιζε να κοιμάται μαζί τους .
Το ψωμί τελείωνε και η μάνα αφού ζύμωσε τρία τεσσάρα μικρά καρβέλια αποφάσισε να τα ψήσει στο τζάκι, ούτε λόγος να ανάψει τον φούρνο παρόλο που ήταν δίπλα στο σπίτι, στο άκρο της αυλής.
Βάλαμε αρκετά ξύλα στο τζάκι και κάηκε καλά και αφού φούσκωσαν και τα καρβέλια καθάρισε το παραγώνι ακούμπησε κάτω τα καρβέλια και από πάνω έβαλε την λαμαρινένια γάστρα την οποία σκέπασε με τα κάρβουνα . Στην άκρη έβαλε μια μικρή κουλούρα, που είχε κάνει με ζύμη , γεμισμένη με τυρί .
Σε μερικά λεπτά άρχισε να έρχεται στα ρουθούνια μας η γαργαλιστική μυρουδιά του ψωμιού που ψηνόταν και η ευχάριστη οσμή του τυριού από την κουλούρα. Τέτοια ερεθίσματα ανοίγουν την όρεξη ακόμη και σε χορτασμένους, πόσο μάλλον σε ανθρώπους σαν και μας που με πολύ δυσκολία η μάνα μας, κάλυπτε τις βασικές μας διατροφικές ανάγκες .
Πρέπει να βράδιαζε, αν και ήταν δύσκολο να το καταλάβεις, γιατί η χαμηλή νέφωση μαζί με την καταρρακτώδη βροχή δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε μονίμως σαν σούρουπο, όταν η γιαγιά η Μαρία έδωσε το σινιάλο:
-ελάτε να φάμε, φωνάξτε και το παππού-
Βγαίνω στο μπαλκόνι , έβρεχε ακατάπαυστα που μαζί με το σκοτάδι που είχε αρχίσει να γίνεται πυκνό ήταν αδύνατο να δεις πέρα από την μύτη σου.
Φωνάζω δυνατά:
-Παππού, παππού έλα να φάμε, το επαναλαμβάνω δυο τρεις φορές καμία απόκριση . Κατεβαίνω τις σκάλες και στα γρήγορα διασχίζω ένα διάδρομο έξι με επτά μέτρα και μπαίνω στο στάβλο και βάζω τις φωνές. Η φωνή του παππού ακούγεται κάπου στο βάθος να μου αποκρίνεται πως έρχεται.
Καθόμαστε όλοι γύρω από το τραπέζι . Το αχνό φως του λυχναριού που ήταν κρεμασμένο δίπλα στο παραγώνι και της λάμπας πετρελαίου που ήταν πίσω από το αργαλειό, που είχε στήσει η μάνα μου στην μια άκρη του δωματίου, ρομαντικότητα πρόσθετε στο σκηνικό, παρά φως για να διακρίνουμε τι θα τρώγαμε .
Αυτό μάλλον δεν μας ενοχλούσε απεναντίας μας ένωνε σαν παρέα και οικογένεια.
Απόψε είχαμε μια σούπα από τραχανά που είχε ρίξει μέσα η γιαγιά κάποια κομμάτια από σύγκλινο και μπόλικη φέτα δίκης μας παραγωγής. Το σύγκλινο ήταν κομμάτια χοιρινού που είχαν πάρει μια βράση και τα συντηρούσαν σε πήλινα λαγήνια γεμάτα λίπος αφού ψυγεία δεν υπήρχαν .
Το καρβέλι που μόλις βγήκε ζεστό από την γάστρα,και η αχνίζουσα μυρωδάτη σούπα του τραχανά, μας απορρόφησε όλους στο φαγητό και κανείς μας δεν είχε χρόνο και διάθεση για κουβέντα . Όλοι ρουφούσαμε λαίμαργα τις κουταλιές και έτσι δεν δόθηκε στον παππού η ευκαιρία να μας πει την αγαπημένη χιλιοειπωμένη φράση του :
- όταν τρώμε δεν μιλάμε και δεν κουτσομπολεύουμε ...
Τελειώνοντας το φαγητό , ο παππούς πήγε στο στάβλο με τα πρόβατα που θα περνούσε το βράδυ και η μάνα μου έπιασε τον αργαλειό όπου αυτό τον καιρό ύφαινε κουρελούδες. Οι υπόλοιποι καθίσαμε γύρω από το τζάκι και ο πατέρας μου έριξε ένα μεγάλο ξερό πουρναρίσιο κούτσουρο που γρήγορα άρπαξε και οι φλόγες του φώτισαν όλο το δωμάτιο. Έξω ο καιρός λυσσομανούσε, να βρέχει καρεκλοπόδαρα, οι κεραυνοί να πέφτουν απανωτά και οι αστραπές να σχίζουν το βαθύ σκοτάδι κάνοντας την νύχτα μέρα. Η γιαγιά άρχισε να μουρμουρίζει κάτι για καταστροφή του κόσμου και να εκλιπαρεί την Παναγία να μας λυπηθεί.
Μάλλον και ο πατέρας μου πρέπει να ανησύχησε και για το κρύψει άρχισε να φωνάζει στην μάνα να σταματήσει με τον αργαλειό γιατί αυτό το τάκα τούκα μας έσπασε τα νεύρα .
Άλλες ήσυχες βραδιές, η αλήθεια είναι, ότι ο ήχος από τον αργαλειό ήταν μελωδικός και μας νανούριζε αλλά απόψε με τους εκκωφαντικούς κρότους των κεραυνών έξω, η μελωδία του αργαλειού μετατράπηκε σε ενοχλητική παραφωνία .
Εγώ θα πάω να κοιμηθώ, λέει ο πατέρας μου, κοιμηθείτε και σεις. Αύριο θα έχουμε καλό καιρό , που θα πάει; θα ξεθυμάνει, πόσο θα ρίξει ακόμη ;
Μας καληνύχτισε και πήγε στο κρεβάτι του που ήταν στο διπλανό δωμάτιο .

ο Μόρνος κοντά στην Αιμονή στην συμβολή του με το Αβορόρεμα όταν ήταν ήρεμος




Δυο δωμάτια ήταν όλο το σπίτι, το μεγάλο, όπου είχαμε το τζάκι, είχε δυο μεγάλα κρεβάτια και χρησίμευε και για καθιστικό και για κουζίνα . Το ένα κρεβάτι προς την πλευρά των δυο παραθύρων κάποιες φορές το έβγαζε η μάνα μου και τοποθετούσε στην θέση του τον αργαλειό .
Το άλλο δωμάτιο το ανατολικό, που ήταν πολύ μικρότερο το διαχώριζε ένας ξύλινος τοίχος με μια μικρή πόρτα. Αυτό το δωμάτιο ήταν η κρεβατοκάμαρα των γονιών, υπήρχε ένα τραπέζι και μια καρέκλα κοντά στο μοναδικό παράθυρο με ένα μεγάλο ραδιόφωνο με λυχνίες, μάρκας philips με μια μεγάλη ξηρή μπαταρία.
Στον τοίχο πάνω από το τραπέζι υπήρχε ένας καθρέπτης, ο κλασικός της εποχής με την επιγραφή «καλημέρα» στην βάση του.
Ένα μεγάλο μπαούλο ήταν δίπλα στο σιδερένιο κρεβάτι σε ένα μικρό κοίλωμα με τα κλινοσκεπάσματα,τα χοντρά  ρούχα και τα στρωσίδια τακτοποιημένα με πολύ φροντίδα μέχρι το ύψος του ταβανιού, σαν γιούκο τον ξέραμε όλο αυτό τον μπόγο .
Στον γιούκο έκρυβε η μάνα κανένα  γλυκό  του κουταλιού από σταφύλι ή κυδώνι με την ψευδαίσθηση ότι δεν θα το βρίσκαμε...
Σε μια γωνιά του ταβανιού υπήρχε ένα ξύλινο πορτάκι, καταρράκτη το λέγαμε. που μπορούσαμε με την βοήθεια μιας σκάλας να σκαρφαλώσουμε και να μπούμε στον κενό χώρο που άφηνε η σκεπή με το ταβάνι.
Εδώ έβαζαν πράγματα που δεν πολύχρησιμοποιούσαμε ή αντικείμενα που δεν ήθελαν να είναι προσιτά στα παιδιά, όπως τα κυνηγητικά όπλα.
Στο μεγάλο δωμάτιο υπήρχε σε μια άκρη του πατώματος κοντά στο τζάκι ένα παρόμοιο πορτάκι που το λέγαμε καταπακτή, που μπορούσες εύκολα να κατέβεις στην αποθήκη του ισογείου όπου υπήρχαν τα αμπάρια με τα γεννήματα ,τα βαρέλια με το κρασί και το τυρί, τα λαγήνια με το σύγκλινο,τα καλάθια με τις τροφές και όλα τα αγροτικά εφόδια στοιβαγμένα με τάξη.
Δεν πέρασε πολύ ώρα από την στιγμή που ο πατέρα πήγε για ύπνο που η γιαγιά μας φώναξε να κοιμηθούμε και ‘μεις τα παιδιά . Το φαρδύ κρεβάτι από ξύλα πλάτανου μας χωρούσε άνετα και τους τέσσερις .
Για να ζεσταινόμαστε καλύτερα εφαρμόζαμε το σύστημα του φακέλου, δηλαδή διπλώναμε καλά την φαρδιά κουβέρτα στα δυο άκρα και στο κάτω μέρος, που ήσαν τα πόδια μας και έτσι δεν υπήρχε ο κίνδυνος να ξεσκεπαστούμε κατά την διάρκεια του ύπνου. Προνομιακές θέσεις ήσαν οι ακραίες γιατί μπορούσες εύκολα να σηκωθείς γιαυτό υπήρχε πάντα ένας μικρό καυγάς για αυτές .
Βέβαια η μια θέση , η εξωτερική ανήκε δικαιωματικά στην γιαγιά που μας προστάτευε μην πέσουμε από το κρεββάτι και έμενε μόνο αυτή που ακουμπούσε στον τοίχο για τον σχετικό καυγά .
Κοιμηθήκαμε και ‘μεις και έμενε μόνο η μάνα να συνεχίζει την ύφανση των κουρελούδων στον αργαλειό .
Δεν πρέπει να έχει περάσει πολύ ώρα όταν ξυπνήσαμε όλοι από τι φωνές του παππού,που με ένα φανάρι λαδιού αναμμένο όρμησε στο δωμάτιο φωνάζοντας
-σηκωθείτε , θα πνιγούμε το ποτάμι έχει ξεχειλίσει και τα νερά του φθάνουν μέχρι το αλώνι.
Πεταχτήκαμε όλοι επάνω και βγήκαμε στο μπαλκόνι . Η βροχή είχε κοπάσει και τα σύννεφα είχαν αραιώσει και έβλεπες που και που κάποια αστέρια αλλά η βουή του νερού ήταν τέτοια που τρόμαζες στο άκουσμα της .
Είμασταν συνηθισμένοι με την βουή του ποταμού αλλά αυτό που ακούγαμε τώρα ήταν κάτι πρωτόγνωρο .
Ένας αλλόκοτος απειλητικός θόρυβος που ένιωθες την ορμή του νερού συνοδευόμενος από τριγμούς λες και έσερνε κάποιος αλυσίδες ανάκατα με πέτρες και ξύλα. Τρομάξαμε ,εμείς τα παιδιά βάλαμε τα κλάματα και η γιαγιά με την μάνα μου άρχιζαν να ουρλιάζουν αλλόφρονες και να ζητούν έλεος από την Παναγία. Ο πατέρας μου μάλλον ήταν ο πιο ψύχραιμος και άρχισε να φωνάζει να σταματήσουμε τα κλάματα και τις υστερικές κραυγές γιατί δεν κινδυνεύαμε, αρπάζει από το παππού το φανάρι κατεβαίνει τα σκαλιά και πλησιάζει το αλώνι .
-Το νερό από το ποτάμι δεν μπορεί να ανεβεί εδώ , τα νερά στο αλώνι είναι από το μικρό ρυάκι και το αυλάκι που ήταν δίπλα στο σπίτι . Το ποτάμι, μας φωνάζει, έχει πηδήξει στα χωράφια που είναι στα τριακόσια μέτρα από εδώ στη θέση Καρασόνια .
-Μην φοβόσαστε είμαστε πολύ ψηλά .
-Μα ακούγεται δίπλα μας, τον διέκοψε η μάνα μου .
-Είναι νύχτα και ξεγελιέσαι Ευθυμία της απαντά
Συμφώνησε και ο παππούς με τα λεγόμενα του πατέρα και έτσι αισθανθήκαμε και ‘μεις καλύτερα , μπήκαμε μέσα στο σπίτι και η γιαγιά έβαλε ξύλα στο τζάκι και καθίσαμε όλοι αμίλητοι δίπλα στην φωτιά .
-Πρέπει να είναι πολύ μεγάλη η ζημιά διέκοψε την σιωπή ο παππούς , πολλά χωράφια θα έχουν γίνει ξεριάς . Κοντεύω τα75  και τέτοια καταστροφή δεν θυμάμαι, να έλθει ο Κόκκινος και ο Μόρνος στα Καρασόνια ... δεν μπορούσα να το φανταστώ ...
-Άστο θα το δούμε αύριο που θα ξημερώσει .. απαντά ο πατέρας μου.
Η μέρα που ξημέρωσε ήταν μια άλλη μέρα . Ουρανός κατακάθαρος και τα νερά γύρω από το σπίτι είχαν αποτραβηχτεί . Η άγρια όμως βουή του ποταμιού ακουγόταν ακόμη και τα κατακόκκινα νερά φαινόντουσαν να καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του κάμπου που εκτεινόταν σε μια απόσταση περίπου πεντακόσια μέτρα μπροστά από το σπίτι μας. Όσο περνούσε η ημέρα αποκαλυπτόταν η μεγάλη καταστροφή που είχε γίνει στα χωράφια που ήσαν κάτω από το αρδευτικό αυλάκι και προς την πλευρά του ποταμιού. Το πρόβλημα δεν ήταν τα νερά αλλά τα φερτά υλικά, κυρίως ποταμολίθια , που είχαν σκεπάσει το γόνιμο χώμα των χωραφιών και είχαν αχρηστεύσει παντελώς τους αγρούς.
Μετά το μεσημέρι κάποιοι ιδιοκτήτες των πλημμυρισμένων χωραφιών ήλθαν από το χωριό για να δουν τις ζημιές , δύσκολες ώρες για τους φτωχούς αγρότες , για μερικούς μάλιστα ήταν και η μοναδική αγροτική έκταση που είχαν και που με αυτή ζούσαν τις πολυμελείς οικογένειες τους. Ο θρήνος σιγά σιγά απλώθηκε σε όλους τους κατοίκους της κοιλάδας .
 Τους πρώτους ανθρώπους που είδαμε μετά από σχεδόν δέκα μέρες ήταν η αδελφή του παππού μου η Ρήνα με τον γιό της τον Γιώργο και την γυναίκα του την Έλλη.
Όλοι έκλαιγαν για το κακό που τους συνέβη, δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι τα τρία στρέμματα εύφορο χωράφι που είχαν αγοράσει ακριβώς πριν τέσσερις μήνες δεν υπήρχε. Ο Κόκκινος μαζί με τον Μόρνο το είχαν μετατρέψει σε μια άγονη πλέον έκταση γεμάτη ποταμολίθια, είχε γίνει ένας ξεριάς ..
-ξέρεις τι είναι να έχεις πάρει δανεικά, να χρωστάς και να μην υπάρχει αυτό που αγόρασες; μονολογούσε με δάκρυα στα μάτια ο μπάρμπα Γιώργος ο Κρανιάς..
Αργά το απόγευμα ήλθαν στο σπίτι μας ο παππούς ο Νικολός και η γιαγιά, από την πλευρά της μάνας μου, σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση . Τα μοναδικά τους κτήματα που ήσαν κοντά στην συμβολή του Μόρνου με τον Κόκκινο είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά . Η γιαγιά έκλαιγε γοερά και η αδελφή μου, η μικρή τετράχρονη Μαρία, προσπαθούσε να την παρηγορήσει λέγοντας της :
-μην κλαις γιαγιά , μην στενοχωριέσαι , θα σου δίνουμε εμείς μπομπότα να τρως ....έχουμε εμείς χωράφια και θα σπέρνουμε καλαμπόκια και σιτάρια και θα σας δίνουμε ...

Νοέμβρης 2019
πόνημα δημιουργικής γραφής
Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Ο πρόεδρος της κοινότητας Κοκκίνου  Β.Καραμπετσος στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου Δωρίδας 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Η γέφυρα του Μακρυγιάννη .

απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο με τίτλο : ''ΘΑΜΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ , ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ''.


Η γέφυρα του Μακρυγιάννη .

Παρόλο που δεν είχα κοιμηθεί καλά ξύπνησα αρκετά πρωί και βγήκα στην αυλή, ο παππούς ήταν και αυτός ξύπνιος, φορούσε την ποιμενική του φορεσιά και με την μαγκούρα  στο χέρι, κοίταζε ψηλά προς το βουνό.  Ο σκύλος του, ένα γηραλέο μαυρόασπρο ποιμενικό, έκανε κύκλους γύρω του, κουνώντας την ουρά του σαν να περίμενε κάποιο πρόσταγμα .
-Καλημέρα παππού τι κανείς πρωί πρωί εδώ στην αυλή ;
-Τι να κάνω παιδάκι μου, μαύρα και άραχνα.. τέτοια ώρα έπρεπε να είμαι στις λάκες πάνω από τον λόγγο και να βοσκώ το κοπάδι . Αλλά βλέπεις αυτή η λίμνη, μας αναστάτωσε τη ζωή μας .
Ο πατέρας σου άκουσες τι είπε χθες το βράδυ; να τα μαζεύουμε και να φεύγουμε . Να φεύγουμε, από που ; Εγώ έκανα είκοσι χρόνια στην Αμερική, δούλεψα σκληρά και όταν γύρισα με τις οικονομίες μου αγόρασα εδώ αυτά τα χωράφια και δεν προτίμησα να αγοράσω στην Αθήνα, όπως μου έλεγε ο ξάδελφος μου, όταν στο ταξίδι της επιστροφής με φιλοξένησε για μια βραδιά στο καφενείο του, εκεί στην πλατεία Κολωνακίου.
Εδώ έφτιαξα το σπίτι μου, δούλεψα σκληρά, περάσαμε πολέμους, κακουχίες, αντιμετωπίσαμε πείνα και φτώχεια, μεγάλωσα τα παιδιά μου, εδώ ο Θεός μου πήρε τις δυο κόρες μου, την Βασιλική και την Χρυσαφούλα, και εδώ έθαψα και τις δυο γυναίκες μου, την πρώτη μου, την Μαρία το 28 και πέρυσι την Μαριγούλα την γιαγιά σου.
Είμαι γέρος άνθρωπος, έχω μπει στα ογδόντα έξι, αφήστε με να πεθάνω στο τόπο μου, τι να κάνω εγώ στην Αθήνα ;
Ο πατέρας σου, άρον άρον, πήγε και πούλησε και τα λιγοστά πρόβατα που μου είχαν απομείνει και έτσι εδώ και καιρό γυρνώ σαν την άδικη κατάρα παιδί μου ..ξυπνώ χαράματα,παίρνω το σκύλο και περπατάμε μέχρι τον λόγγο, μερικές φορές σαλαγάω και το ανύπαρκτο κοπάδι ...
σήμερα δεν είχα όρεξη και έμενα εδώ.
-Παππού δίκιο έχεις αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή πρέπει να είμαστε όλοι μαζί και η καλύτερη λύση είναι η Αθήνα, έχουμε σπίτι εκεί,εμείς τα παιδιά μπορούμε να σπουδάσουμε και ο πατέρας μπορεί να βρει δουλειά . Εσύ θα έχεις κοντά όλα τα παιδιά σου,είναι καλό για όλους μας,μην στενοχωριέσαι ..
Ο παππούς δεν απάντησε, ήταν φανερό ότι η λογική δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου τόσο δεμένου με τον τόπο και τα υπάρχοντα του και τις συνήθειες δεκαετιών.
Η πρωινή κουβέντα με τον παππού επιβάρυνε και την δικό μου συναισθηματισμό, σκεπτόμουν την ψυχολογία,το δράμα των ξεριζωμένων ανθρώπων, ανθρώπων που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους για να γλυτώσουν τα δεινά του πολέμου ή τους αναγκάζουν για θρησκευτικούς και εθνοτικούς λόγους να απομακρυνθούν από τις πατρίδες τους . Ο νους μου πήγε σου δικούς μας πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής.
Όταν το καλοσκέφτηκα διαπίστωσα ότι υπήρχε μια σημαντική διαφορά: και ο πιο κατατρεγμένος πρόσφυγας έχει μέσα του μια άσβεστη ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν, οι συνθήκες να αλλάξουν και η επιστροφή στον τόπο του φάνταζε πιθανή . Στην δίκη μας περίπτωση αυτή η ελπίδα δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει,γιατί δεν θα υπήρχε ο τόπος μας, θα καταστρεφόταν από τα μηχανήματα που είχαν εισβάλει στην κοιλάδα και στο τέλος θα πνιγόταν από τις χιλιάδες τόνους νερού.
Με την κουβέντα με τον παππού είχα ξεχάσει γιατί σηκώθηκα τόσο νωρίς. Από την ώρα που επέστρεψα και μάλιστα μετά την απόφαση του πατέρα για μετακόμιση στην Αθήνα μπήκε στο μυαλό μου το σχέδιο επίσκεψης των πιο αγαπημένων μου τόπων. Να ζήσω και να αποτυπώσω βαθιά στη μνήμη μου τις αγαπημένες μου τοποθεσίες και να ξανά ζωντανέψω γεγονότα που έχουν ξεχωρίσει και έχουν για κάποιο λόγο χαραχθεί, σαν σημαντικά, στην μνήμη μου στα δεκαοχτώ χρόνια που έζησα σε αυτό τον τόπο.
Τώρα μάλιστα είχα και ένα μεγάλο όπλο, σημαντικό βοηθό, την καινούργια φωτογραφική μηχανή. Χωρίς να έχω προφτάσει να εμβαθύνω πάνω στην φωτογραφική τέχνη, μάλλον ασυνείδητα εξέλαβα την φωτογραφία σαν ένα εργαλείο που αιχμαλωτίζει το χρόνο και η απαθανάτιση σώζει από τον θάνατο ό,τι το σκόπευτρο της μηχανής παγιδεύει σαν πόζα.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω ό,τι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, όταν απαθανατίζουμε κάτι, βασικά σταματάμε τον χρόνο που αυτό σημαίνει θάνατος. Γιατί τι άλλο είναι ο θάνατος από το σταμάτημα του χρόνου ;
Είχα καταστρώσει με λεπτομέρεια το σχέδιο μου για τις τέσσερις μέρες που είχαν απομείνει. Το μόνο πρόβλημα μου ήταν ότι είχα μόνο τρία φιλμ με ένα σύνολο 108 στάσεων και ήταν φανερό ότι έπρεπε να κάνω επιλογές, το τι θα αποτυπώσω φωτογραφικά και τι θα χαράξω ανεξίτηλα στην μνήμη μου, δύσκολο έργο σίγουρα ...
Σήμερα θα έκανα το τελευταίο μου μπάνιο στα κρύα νερά του Μόρνου ακριβώς κάτω από τις γέφυρες στο Στενό. Ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμη και ετοιμαζόμουν να φύγω όταν ακούω πίσω τον αδελφό μου,
-Που πας ; θα έλθω και εγώ .
-Για μπάνιο στο Στενό, έλα πάμε γρήγορα.
Φύγαμε ανατολικά ακολουθώντας το καλοδιατηρημένο μονοπάτι που ήταν στην άκρη των κτημάτων μας και που παλιά, πριν γίνει ο δημόσιος δρόμος, ήταν η κύρια αρτηρία που ένωνε τα χωριά της δυτικής κεντρικής Δωρίδας με την πρωτεύουσα της επαρχίας, το Λιδωρίκι. Μέχρι και τώρα πεζοί και υποζύγια χρησιμοποιούσαν αυτόν τον δρόμο ως τον πιο σύντομο, εφόσον βέβαια μπορούσαν να διαβούν τον Κόκκινο,παραπόταμο του Μόρνου.
Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε αρκετά και οι φωνές της μάνας μας καλούσε να γυρίσουμε νωρίς γιατί έπρεπε να την βοηθήσουμε στις προετοιμασίες για την μετακόμιση .
Φθάσαμε πριν ο ήλιος ανατείλει από την κορυφή της Γκιώνας, αν και ο ήλιος εδώ, θα φαινόταν πολύ αργότερα, μια και τα ψηλά βράχια και από τις δυο πλευρές σχημάτιζαν μια φυσική κουρτίνα που άφηναν τις πρώτες ηλιαχτίδες να αρχίσουν να ζεσταίνουν τα κρύα νερά του ποταμού μετά τις 10 και αργά μετά το μεσημέρι θα έλουζαν ολόκληρη την βραχοσχισμή και τα καθαρά κρύα νερά του Μόρνου.
Η τοποθεσία τοπόσημο για την περιοχή, ήταν εντυπωσιακή , από την μια πλευρά ο πυραμοειδής λόφος, που ήταν η νότια απόληξη των Βαρδουσίων, ενός από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδος και από την άλλη πλευρά, την νότια, το έντονα βραχώδες τελείωμα μιας μακρόστενης βουνοσειράς της Στόχοβας και του Πύρνου.
Φαίνεται ότι εκατομμύρια χρόνια πριν οι δυο βουνοσειρές αποτελούσαν ένα ενιαίο συμπαγές σύνολο και κάποιος μεγάλος σεισμός δημιούργησε αυτή την μεγάλη, σχεδόν κατακόρυφη σχισμή και άφησε ελεύθερη την πορεία του Μέγα ποταμιού ή Δαφνούς ή Ύλαιθου όπως ήταν οι παλιότερες ονομασίες του Μόρνου .
Σε αυτό το πανέμορφο γεωλογικό ανάγλυφο πολλά χρόνια πριν κάποιοι τεχνίτες, επιδέξιοι μαστόροι της πέτρας, ήλθαν και έβαλαν την δική τους πινελιά . Έκτισαν έναν αριστούργημα, ένα μονότοξο γεφύρι με στέρεες βάσεις και με όμορφα σκαλοπάτια στο τόξο, που ανεβοκατέβαιναν με άνεση και ασφάλεια άνθρωποι και ζώα για εκατοντάδες χρόνια.
Νεότεροι τεχνίτες, με την δική τους μαστοριά, ήλθαν και πρόσθεσαν αρμονικά δίπλα του προς την πλευρά του Βελουχιού μια τσιμεντένια γέφυρα για να διαβαίνουν και τα αυτοκίνητα του επαρχιακού δρόμου που ένωνε την Ναύπακτο με το Λιδορίκι και την Άμφισσα .
Για να δυσχεράνουν την αποχώρηση των Γερμανών το 1944, οι Εγγλέζοι ανατίναξαν, ευτυχώς, μόνο την τσιμεντένια γέφυρα. Ο ελληνικός στρατός λίγο αργότερα συναρμολόγησε στην θέση της μια σιδερένια στρατιωτική γέφυρα Μπέιλι.
Προσωπικά μου άρεσε αυτή η γέφυρα και τρελαινόμουν να ακούω τους παράξενους συριγμούς, που προκαλούσαν κυρίως οι χονδροί ξύλινοι δοκοί που κάλυπταν το πάτωμα της γέφυρας , όταν περνούσε κανένα από τα λιγοστά αυτοκίνητα που την διέσχιζαν . Μου άρεσε επίσης να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στη πράξη την θεωρία της ταλάντωσης και του συντονισμού που είχαμε διδαχθεί στη φυσική. Όταν είμασταν μεγάλη παρέα , στοιχιζόμασταν σε στυλ παρέλασης και με συντονισμένο βηματισμό πιστεύαμε ότι θα γκρεμίζαμε την γέφυρα .. Δεν τα καταφέραμε και έτσι έπεσε ο πρώτος σπόρος της αμφισβήτησης θεωριών και δοξασιών, που πολύ με βοήθησε γενικά στην ζωή μου ..
Στην γέφυρα αυτή της είχα δώσει και κάποιες μυθικές διαστάσεις γιατί είχα ακούσει από κάποιο παλιό αξιωματικό του Μηχανικού ότι ο Ο Στρατάρχης Μοντγκόμερυ, Διοικητής των Βρετανικών δυνάμεων στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δηλώσει πως «Χωρίς τη γέφυρα Μπέιλι, δεν θα είχαμε κερδίσει τον πόλεμο» και εμείς είχαμε στον τόπο μας μια τέτοια γέφυρα !!
Μια μεγάλη φυσική λεκάνη είχε σχηματιστεί ακριβώς κάτω από τις γέφυρες και προς την πλευρά του δρόμου που οδηγεί στο Βελούχι ένα πανέμορφο χωριό που βρίσκεται δυο χιλιόμετρα πιο πάνω ακριβώς κάτω από τις πηγές του ποταμιού .
Σε αυτή την λεκάνη κολυμπούσαμε συχνά τα καλοκαίρια παρόλο που τα νερά ήταν πολύ κρύα, το μπάνιο σε αυτό μέρος ήταν τολμηρή και θαρραλέα πράξη για μας τους νεαρούς . Υπήρχε μάλιστα ένας άτυπος ανταγωνισμός μεταξύ μας για το ποιος θα έκανε πρώτος το πρωινό μπάνιο του .
Σήμερα είμαι εδώ με τον αδελφό μου και θα ήταν το τελευταίο μας μπάνιο, βουτάμε στο ποτάμι πηδώντας από τον ψηλό τοίχο αντιστήριξης του δρόμου , ένιωσα ένα έντονο ρίγος και ένα μούδιασμα σε όλο μου το σώμα και τα σαγόνια να τρέμουν, σήμερα ένιωσα ότι δεν άντεχα το κρύο νερό, δεν είχα το ανάλογο ψυχικό σθένος, βγήκα γρήγορα στην απέναντι όχθη με το Νίκο να με πειράζει για την λιποψυχία μου. Μπορεί να ήταν και έτσι, η ψυχική διάθεση σε ανεβάζει ψηλά ή σε κατεβάζει στα τάρταρα ...και εγώ σήμερα ήμουν στα κάτω .
Άρχισα να τρέχω και να κάνω ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής για να συνέλθω ενώ ο Νίκος συνέχιζε να κολύμπα . Όταν αισθάνθηκα καλύτερα πήρα την φωτογραφική μηχανή και τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Σε λίγο ακούγονται παράξενοι ήχοι που μοιάζουν με κροτάλισμα και τρίξιμο της γέφυρας, κοιτάζω ψηλά, πάνω προς την γέφυρα και αντικρίζω το λεωφορείο του ΚΤΕΛ που πήγαινε προς το Λιδωρίκι . Το θέαμα είναι υπέροχο , η σκουροπράσινη σιδερόφραχτη γέφυρα, ο μπλε όγκος του λεωφορείου και πιο ψηλά οι μυτερές γκριζοκαφετίζουσες άκρες των βράχων και από δίπλα ένα γκρίζο πέτρινο τόξο με το χαρακτηριστικό πράσινο γείσο από αναρριχώμενο κισσό, συνθέτουν μια απαράμιλλη εικόνα, απολάμβανα εκστασιασμένος.. Δεν είχα ακόμη εκπαιδευτεί να λειτουργώ φωτογραφικά και το δάχτυλο μου δεν πάτησε το κλείστρο της μηχανής . Μόλις χρεώθηκα την πρώτη μου φωτογραφική αποτυχία, το θέμα το χάσαμε, το πουλάκι πέταξε όπως θα έλεγε ένας έμπειρος φωτογράφος ...
Όμως ο νους μπορεί να μην έδωσε την εντολή για το κλικ αλλά κατέγραψε καθαρά και ανεξίτηλα, τόσο καλά αυτή την στιγμή, που πιστεύω πως καμία φωτογραφία δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει ...
Είχε βγει και ο Νίκος από το νερό όταν ήλθε και ο φίλος μας ο Κώστας ο γιος του μπάρμπα Μήτσου που είχε το Χάνι στην γέφυρα του Κόκκινου, δυο χιλιόμετρα απ´εδώ. Βούτηξε και αυτός στα κρύα νερά, εγώ χάζευα δυο μικρές πέστροφες που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα των νερών . Οι πέστροφες είναι πανέμορφα ψάρια, έχουν μαύρα στίγματα στη ράχη και πράσινο κόκκινα στα πλευρά, τα οποία περικλείονται από ένα λευκό ή ελαφρώς χρωματιστό δαχτυλίδι. Οι πέστροφες ζούσαν κοντά τις πηγές του ποταμού, δηλαδή από το Βελούχι μέχρις εδώ , γιατί προτιμούν νερά κρύα και με πολύ οξυγόνο . Το ποτάμι από το Στενό και προς τα κάτω πλαταίνει και τα νερά του γίνονται αρκετά θερμά.
Αφού βγήκε και ο Κώστας από το νερό, τους πρότεινα να πάμε μια βόλτα μέχρι το Βελούχι, ήταν για μένα το ομορφότερο χωριό της περιοχής και ήθελα αν έχω μια τελευταία οπτική γεύση .
Πήραμε τον μικρό αμαξιτό δρόμο, που μια πλευρά του ακουμπούσε σχεδόν στην κοίτη του ποταμού για περίπου πεντακόσια μέτρα και η άλλη πλευρά ήταν τα πλαγιαστά προς τον δρόμο βράχια που σε κάποια σημεία είχαν κοπεί για να χαραχθεί το οδόστρωμα, δεν πιστεύω πως το κομμάτι αυτό του δρόμου το έβλεπε ποτέ ο ήλιος .
Μετά ο δρόμος έφευγε αριστερά απομακρυνόμενος από το ποτάμι, από το σημείο αυτό αντίκριζες μια πανύψηλη βουνοπλαγιά που στην κορφή φαινόντουσαν κάποια δένδρα και στην βάση είναι οι πηγές του ποταμιού . Ακριβώς από κάτω ήταν κτισμένο το χωριό, στα αριστερά και στα δεξιά μιας μεγάλης ρεματιάς, που αποτελούσε την κοίτη των υδάτων της πηγής που προσπαθούσαν σιγά σιγά να μετατραπούν σε ποτάμι .
Το χωριό ήταν κατάφυτο κυρίως με κερασιές, καρυδιές και δαμασκηνιές και λεύκες, από τις αυλές όλων των σπιτιών περνούσε κανάλι με την μορφή μικρού ρυακιού που έτρεχε μονίμως νερό και με το όποιο πότιζαν οι ευτυχείς κάτοικοι τα περιβόλια τους .
Μπαίνοντας στο χωριό συναντήσαμε έναν μεγάλο νερόμυλο με ένα μεγάλο πλάτανο στην αυλή και δίπλα του μια νεροτριβή ή όπως την έλεγαν οι ντόπιοι, ντριστίλα. Εδώ έφερναν τα μάλλινα, που έφτιαχναν στους αργαλειούς, για να μαλακώσουν στη δίνη του περιστρεφόμενου νερού που ερχόταν με ορμή από ψηλότερα . Καθίσαμε στην αυλή του μύλου και αμέσως ο μυλωνάς άρχισε την ανάκριση από που είμαστε, τίνος είμαστε και τι θέλουμε στο χωριό.
Περάσαμε επιτυχώς την εξέταση και μάλιστα ήθελε να μας κεράσει και λουκούμι από ένα τρισάθλιο κουτί, που είχε ακουμπισμένο σε μια αραχνιασμένη εγκοπή του τοίχου.
Αρνηθήκαμε την προσφορά και συνεχίσαμε προς την γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες του ρέματος . Απέναντι από τον μύλο υπήρχε ένα όμορφο καλοδιατηρημένο σπίτι που μόλις έπεσε η ματιά μας πάνω του όλοι με μια φωνή είπαμε :
-Να το σπίτι του δασκάλου, θυμόσαστε που πριν τρία καλοκαίρια ήλθαμε εδώ και κλέψαμε από την αυλή τις δυο μπάλες ... Οι μπάλες ήταν δυσεύρετες εκείνη την εποχή αλλά η επιθυμία για παιγνίδι και ειδικά για ποδόσφαιρο ήταν τόσο μεγάλη που σκαρφιζόμασταν απίθανα πράγματα για φτιάξουμε κάποια χειροποίητη μπάλα .
Ένα μεσημέρι έρχεται ο Κώστας και μου λέει:
-Στο Βελούχι, που πήγα χθες με την μάνα μου στο μύλο, είδα δυο μπάλες παραπεταμένες στην αυλή του δάσκαλου, πάμε να τις πάρουμε, κοιμούνται όλοι τα μεσημέρια δεν θα μας δει κανείς.
-Μα δεν είναι σωστό άρχισα να του λέω .
-Ο δάσκαλος μου λέει έχει δυο κόρες,τα κορίτσια δεν παίζουν με τις μπάλες άχρηστες τους είναι,ενώ σε μας ..
ομολογώ με έπεισε χωρίς δεύτερη κουβέντα και ξεκινήσαμε για την επιχείρηση «απαλλοτρίωση μπάλας από το διπλανό χωριό».
Τσιλιαδόρος εγώ και εκτελεστής ο Κώστας οι μπάλες , μια ποδοσφαίρου και μια μπάσκετ - και δυο χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για ποδόσφαιρο - μετακόμισαν από το Βελούχι στα δικά μας γήπεδα σπαρμένα μάλιστα με τριφύλλι . Ελπίζω τα κορίτσια του δασκάλου,εξαίρετος άνθρωπος και άριστος παιδαγωγός, να μην χρησιμοποιούσαν τις μπάλες και να μας συγχωρέσουν για το θράσος μας να τις κλέψουμε μέσα από την αυλή τους ..
Συνεχίσαμε περιδιαβαίνοντας το χωριό και αποτυπώναμε τις ομορφιές του και ακούγαμε το κελάρυσμα των νερών που έτρεχαν παντού .
Φθάσαμε μέχρι το μαγαζί του Σίδερη, όπου για πολλά χρόνια ερχόμασταν στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου.
Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε το χωριό, όπως άλλωστε δεν είχαν σχεδόν όλα τα χωριά της επαρχίας, όμως στο πανηγύρι είχε την πιο κρύα μπίρα χάρις στα κρύα νερά που έτρεχαν σε όλα τα κανάλια και τα αυλάκια του χωριού . Ο μαγαζάτορας άφηνε στο νερό το καφάσι με τις μπίρες και τα άλλα αναψυκτικά και σε πέντε λεπτά είχαν «παγώσει». Εδώ σε αυτό το μαγαζί στο πανηγύρι του 1969 είχα πρωτοδοκιμάσει κόκα κόλα, μου άρεσε τόσο πολύ που θέλοντας να συναγωνιστώ τους μεγάλους που έπιναν μπίρες,κατανάλωσα όλο το βράδυ 18 μπουκάλια. Πέρασαν μέρες για να απαλλαγώ από το τρέμουλο και το μούδιασμα των ούλων .
Διαβάζοντας χρόνια αργότερα για την είσοδο της κόκα κόλα στην Ελλάδα, που την έφερε ο Τομ Πάπας, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι στα ράφια των αθηναϊκών καταστημάτων, πρωτοεμφανίστηκε στις 10 Αυγούστου 1969 και σε μια τόσο απομακρυσμένη και απομονωμένη περιοχή και μάλιστα χωρίς την ύπαρξη ψυγείων έφθασε σχεδόν ταυτόχρονα. Στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου είχαμε κόκα κόλες στο Βελούχι . Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο από το ποσό επιθετικό μάρκετινγκ εφάρμοζε η κόκα κόλα και στην Ελλάδα από τα πρώτα βήματα της !
Βγήκαμε από το χωριό από την νοτιοανατολική πλευρά και αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την πορεία του ποταμιού μπήκαμε μέσα στην κοίτη ,πολύ νερό δεν είχε αυτή την εποχή και ήταν σχετικά εύκολο το περπάτημα . Το ψυχρό νερό έφτανε το πολύ μέχρι τα γόνατα μας, ήταν πολύ καθαρό και βλέπαμε τα φοβισμένα ψάρια να κάνουν διάφορους ελιγμούς αριστερά και δεξιά μας .
Συνεχίσαμε να περπατάμε μέσα στο ποτάμι και σε λίγο από την δυτική όχθη μέσα από μια συστάδα καλαμιών ακούμε κάποιον να μας φωνάζει, πλησιάσαμε ήταν αρκετά επιθετικός και ζητούσε να του πούμε ποιοι είμαστε και τι γυρεύουμε εκεί και πριν προλάβουμε να του απαντήσουμε όρμησε προς το μέρος μας απειλητικά φωνάζοντας:
-αλήτες εσείς μου κλέψατε την καλαμωτή θα σας δείξω εγώ τώρα . ..
Καλαμωτή ήταν μια κατασκευή από καλάμια σε σχήμα ανοιχτού χωνιού που την χρησιμοποιούσαμε για το ψάρεμα .
Φύγαμε τρέχοντες τρομαγμένοι προς την κατεύθυνση του Στενού, ηρεμήσαμε όταν κάποια στιγμή κοιτάξαμε πίσω μας και διαπιστώσαμε ότι δεν μας ακολουθούσε.
-Καταλάβατε ποιος ήταν αυτός; Ρωτά ο Κώστας.
-Όχι του λέμε.
-Ο Λάζος είναι που είχε τις κερασιές ακριβώς δίπλα στο ποτάμι. Θυμάστε που τον Μάιο είχαμε ορμήσει στις κερασιές του και ρημάξαμε τα κεράσια όταν κάναμε κοπάνα από το Σχολείο;
Είχε δίκιο ο άνθρωπος που μας όρμησε αλλά η κατηγορία δεν ήταν ακριβής , εμείς είμασταν κλέφτες κερασιών και όχι καλαμωτών ..
Σε δέκα περίπου λεπτά αντικρίζαμε το Στενό με τις γέφυρες . Τώρα τις βλέπαμε από την ανατολική πλευρά και φαινόταν σαν ένα παράθυρο με φανταστική θέα σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοιλάδας που κάποια χρόνια αργότερα θα την έπνιγαν για πάντα τα νερά του Μόρνου.

Όπως έβλεπα αυτό το ωραίο θέαμα θυμήθηκα την πρώτη φορά που πέρασα την στρατιωτική γέφυρα και αντίκρισα αυτή την επιβλητική βραχοσχισμή με το μονότοξο πέτρινο γεφύρι. Πρέπει να ήμουν έξι η επτά χρονών όταν η γιαγιά μου η Μαρία με είχε φορτωθεί στην πλάτη της για να με μεταφέρει στο Λιδωρίκι όπου θα με εξέταζε ο γιατρός . Βέβαια δεν ήμουν άρρωστος αλλά σκαρφίστηκα έναν φοβερό πονόκοιλο για να αναγκάσω την γιαγιά να με πάει στο Λιδωρίκι για να το γνωρίσω .
Άκουγα από τους μεγάλους ότι το Λιδωρίκι ήταν μια μεγάλη πόλη με πολλά μαγαζιά που έβρισκες πράγματα που δεν υπήρχαν στο χωριό, παγωτά ,γλυκά, ψωμί λευκό, χάσκο το έλεγαν. Μια φορά μάλιστα άκουσα τον πατέρα μου να λέει ότι ένα βράδυ στην πλατεία σε ένα μεγάλο σεντόνι κρεμασμένο σε ένα τοίχο έβλεπε ανθρώπους να πολεμάμε, άκουγε τις φωνές τους, αυτοκίνητα να τρέχουν, αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες, αυτός είναι ο κινηματογράφος είπε στην μάνα μου .
Με τέτοια ακούσματα και την παιδική μου φαντασία να οργιάζει δεν ήθελε και πολύ το Λιδωρίκι να πάρει στο μυαλό μου μυθικές διαστάσεις. Η έμφυτη έντονη περιέργεια μου με οδήγησε να βάλω την γιαγιά να με κουβαλά στη πλάτη της πάνω από έξι χιλιόμετρα. Αν φανταζόταν η γιαγιά τι είχα σκαρφιστεί θα με είχε πετάξει από την γέφυρα στο ποτάμι.
Κάτι τέτοιο βέβαια δεν τόλμησε να κάνει η μάνα του Μακρυγιάννη όταν σχεδόν εκατό χρόνια πριν, όταν έπρεπε να περάσει πέτρινη γέφυρα με τους φυγάδες χωριανούς της, όπως γράφει με την χαρακτηριστική γραφή του ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του:
«Οι Τούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από ᾿να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Τούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει “Η αμαρτία του βρέφου θα μας χάση”, τους είπε, “περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε... το παίρνω κι᾿ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομε”... η μητέρα μου κι᾿ ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα ᾿λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς».
Έτσι η γέφυρα του Στενού απέκτησε και ένα δεύτερο όνομα, του Μακρυγιάννη το γεφύρι. Αμφιβάλω βέβαια, αν οι περισσότεροι άνθρωποι γνώριζαν το γιατί.
Ευτυχώς για μας τους μαθητές εκείνης της περιόδου η τύχη μας ευνόησε να έχουμε δυο φιλόλογους που η διδασκαλία τους ξέφευγε από τα στενά όρια των σχολικών βιβλίων και έτσι γνωρίσαμε σε βάθος τον μεγάλο συμπατριώτη μας αγωνιστή του 21 και λόγιο Γιάννη Μακρυγιάννη .
Έριξα μια τελευταία ματιά προς το γεφύρι και πρόσεξα τον μετρητή που ήταν τοποθετημένος στη βάση της γέφυρας. Ένα εργαλείο που μετρούσε την στάθμη του νερού, είχε τοποθετηθεί εκεί από το υπουργείο δημοσίων έργων τουλάχιστον μια δεκαετία πριν . Κάθε μέρα ο Θανάσης που ήταν και αρμόδιος και για την λειτουργία του τουριστικού Ξενία, που ήταν σχεδόν δίπλα, πήγαινε και κατέγραφε την στάθμη και έστελνε τις μετρήσεις στην Αθήνα.Οι μετρήσεις αυτές βοήθησαν τους μελετητές να αποδείξουν ότι η λίμνη που θα κατασκευαζόταν θα έχει την απαιτούμενη επάρκεια νερού. Ασυναίσθητα πήρα μια πέτρα και την έριξα προς την πλευρά του μετρητή και ακούσθηκε ο ήχος της λαμαρίνας σαν ένας τελευταίος χαιρετισμός ...
Ανεβήκαμε στον αμαξιτό δρόμο περάσαμε μπροστά από το Ξενία και σε λίγα μέτρα χωρίσαμε, ο Κώστας συνέχισε στην δημοσιά προς το δικό του σπίτι , το Χάνι που ήταν στην γέφυρα του Κόκκινου και εγώ και ο αδελφός μου πήραμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι μας .


Οκτώβρης  2019

πόνημα δημιουργικής γραφής,

Κ. Γ. ΜΠΕΡΤΣΙΑΣ

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

ΣΤΑ ΠΑΛΙΑΜΠΕΛΑ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΡΑΚΗΣ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΕΦΟΣ,ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΣ.

ΜΠΕΡΤΣΙΑΣ Γ.,ΚΡΑΝΙΑΣ Γ.

Ο Μερτσιάς Γεώργιος με τους γονείς του ,(1952;)

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Σήμερα τάφηκε στο νεκροταφείο του χωριού μας η Πηνελόπη Κοντογιάννη. Η κυρά Πηνελιώ ήταν  μια πραγματική αρχόντισσα , που είχε την ατυχία να χάσει τον άνδρα της, που υπηρετούσε ως στρατιώτης στον εμφύλιο το 1949. Πάλεψε ομως σκληρά και αξιοπρεπώς  για να μεγαλώσει σωστά τον γυιο της, τον Γιάννη . Είχε την ευτυχία να δει το γυιο της να μεγαλώνει και να προκόβει , να χαρεί εγγόνια και δισέγγονα και να φύγει από αυτό τον κόσμο λίγο πριν κλείσει τα 100.
Αιώνια η μνήμη της,  θερμά συλλυπητήρια στους οικείους της ,να είναι καλά , να τη θυμούνται .

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Η Αγνωστη Αρχαία Ελλάδα!


Το προσβλητικό προσωνύμιο των ΟΖΟΛΩΝ Λοκρών και τα μαύρα τους πλοία.

Ο Ηρόδοτος (αλλά και μετέπειτα άλλοι συγγραφείς και οδοιπόροι), αναφέρεται  στην ΕΣΠΕΡΙΑ Λοκρίδα με το προσβλητικό και υποτιμητικό προσωνύμιο "ΟΖΟΛΊΑ". Υπαινίσσεται δε ότι οι κάτοικοί της είναι ημιβάρβαροι (τρομάρα του) και ότι βρωμοκοπούν, μιας κι έχουν άγνοια της ένδυσης με υφάσματα,  και ντύνονταν με τομάρια που τα φορούσαν κατάσαρκα,  το δε δέρμα τους έπαιρνε  απαίσια μυρωδιά.

Πέρα από το ρατσιστικό και υποτιμητικό του ονόματος η πραγματικότητα ήταν διαφορετική....

Η πρωτεύουσα της "Οζολίας" Λοκρίδας ήταν η Άμφισσα, αλλά και το κυριότερο λιμάνι της περιοχής ήταν η Ναύπακτος, όπου οι "Οζολοί" Λοκροί έφτιαχναν τα πλοία του στόλου τους

Κοντά στην Ναύπακτο υπήρχε η πόλη Χαλκίς και ο λόφος Ταφίασσος όπου -λέγανε- ότι βρίσκονταν οι τάφοι των κενταύρων που τα σώματα τους που είχαν αποσυντεθεί και ανάβλυζε ένα δύσοσμο "νερό".  Αυτό πιθανά να είναι και το αίτιο του ονόματος των Οζολών Λοκρών.

Ήταν χαρακτηριστικό ότι τα πλοία των Λοκρών που έφτιαχναν αποκλειστικά στην Ναύπακτο ήταν Μαύρα (Όμηρος αλλά και μετέπειτα αναφορές).

Όλα αυτά αν τα συνδυάσεις καταλαβαίνεις εύκολα ότι τα πλοία ήταν "καλαφατισμένα" με πίσσα που προφανώς προμηθεύονταν από τις πηγές του λόφου της Ταφίασσου με το βρωμερό "νερό".

Όλα τα άλλα πλοία των Ελλήνων είχαν τις "φυσιολογικές" φθορές, μιας και ήταν άβαφα. Τα πλοία των Λοκρών είχαν μεγαλύτερη "διάρκεια ζωής" μιας και ήταν εμποτισμένα με πίσσα.

Δεν έφτιαχναν μόνον πολεμικά πλοία αλλά και εμπορικά. Προφανέστατα είχαν και "παραγγελίες" από άλλους καπεταναίους και άλλες πόλεις.

Λόγω της χρήσης της πίσσας ΌΖΕ (έζεχνε) όλη η περιοχή των ναυπηγείων αλλά και οι καραβομαραγκοί...

Έτσι "κόλλησε" το παραγκόμι στους κατοίκους....



Οι πηγές αυτές, μετά από 2500 χρόνια έχουνε κλείσει και στερέψει λόγω των σεισμών. Μην σας φαίνεται παράξενο γιατί έχουμε σποραδικές ιστορικές αναφορές για την ύπαρξη τέτοιων "πηγών" στην ευρύτερη περιοχή, μιας κι ο Παρνασσός είναι ένα γιγαντιαίο "ανενεργό'" Ηφαίστειο. Άλλωστε από την άλλη πλευρά του Παρνασσού στις Θερμοπύλες  που βρίσκονταν στα εδάφη των "εξαδέλφων" Οππούντιων Λοκρών, συνέλεγαν το πολύτιμο "Θείον" - το θειάφι.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Έκθεση του Κοκκινιώτη ζωγράφου Χαράλαμπου Στέφου "Κατοχή - Πείνα"

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ: Εγκαίνια 30 Αυγούστου 2019, 19:30

ΑΜΦΙΣΣΑ, Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης – Οικία Πανουργιά

Ένα παλιό γνώριμο έργο, σε έναν νέο ελπιδοφόρο χώρο 




Η πρώτη περιοδική έκθεση στο καινούριο δημοτικό μουσείο, το Μουσείο Ελληνικής Επανάστασης ̶ Οικία Πανουργιά στην πρωτεύουσα του Δήμου, είναι γεγονός. Ένας φόρος τιμής στον καλλιτέχνη Χαράλαμπο Στέφο (1932-2009), που έζησε και δημιούργησε στη Φωκίδα, με το σημαντικό πολυετές του έργου να ξαναζωντανεύει σημεία των καιρών στον ισόγειο χώρο του ιστορικού μουσείου, αφιερωμένο στους εθνικούς αγώνες για Ελευθερία. 

Η βιωμένη από τον ίδιον τον καλλιτέχνη εποχή της γερμανικής κατοχής, ιδωμένη με τα μάτια της νιότης του αποτυπώθηκε αργότερα, από το 1961 ως το 1965, με μία μεγάλη αποκαλυπτική σειρά έργων υπό τον τίτλο «Κατοχή ̶ Πείνα» να δηλώνει απερίφραστα τη ζωντανή μνήμη και την απορία για τον Άνθρωπο.  

Τα «προλεγόμενα» της περιοδικής αυτής έκθεσης παρουσιάστηκαν την ημέρα των εγκαινίων του μουσείου, δίνοντας το στίγμα του χώρου. Το σύνολο της εκθεσιακής παρέμβασης στο ιστορικό κτήριο αποκαλύπτεται την Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019 στις 19:30. Η εικαστική παρέμβαση-έκθεση, σε σκηνογραφική επιμέλεια της αρχιτέκτονα-μουσειολόγου Τάνιας Παπαρίδη και σε γενικό συντονισμό της Μαρία-Νίκης Κουτσούκου, θα διαρκέσει ως τις 31 Δεκεμβρίου 2019

Ώρες λειτουργίας: Παρασκευή ως Κυριακή 10.00-14.00 / Περιοδική έκθεση: Είσοδος Ελεύθερη.



Ο Πρόεδρος Δ.Σ. του Δικτύου Δελφών


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δήμαρχος Δελφών



 



Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Το πανηγύρη της Αγίας Μονής στο κάμπο του Κόκκινου



23 Αυγούστου σήμερα και γιόρταζε το εξωκκλήσι μας η Αγία Μονή που εδώ και 40 χρόνια είναι θαμμένη στα νερά της τεχνιτής λίμνης του Μόρνου .  Η Αγία Μονή ήταν αφιερωμένη στη Παναγία. Από τα ερείπια που υπήρχαν αλλά και από διάφορες ιστορικές πηγές πιθανολογείται οτι προϋπήρξε μεγάλο μοναστήρι στα βυζαντινά χρόνια και  στα χρόνια της ενετικής κατοχής μετατράπει σε καθολικό. Η θέση που ήταν κτισμένη ήταν κομβική , οριοθετούσε το δυτικό άκρο της εύφορης κοιλάδας του Μόρνου και του Κόκκινου και ταυτόχρονα ήλεγχε την είσοδο , από πλευράς Ναυπάκτου , στο κάμπο το άλλο σημείο στην ανατολική πλευρά ήταν το Στενό . 
Στο σημείο που ήταν κτισμένη ,στο μικρό λόφο που ήταν δεξιά του ποταμιού και περνούσε και ο αμαξιτός δρόμος προς Ναύπακτο , η κοίτη του ποταμιού γινότανε πολύ στενή . Μαρτυρίες των παππούδων μας ανάφεραν οτι στην εποχή των δικών τους παππούδων ήταν τόσο στενή που μπορούσαν πηδώντας να βρίσκονται στην απέναντι όχθη .  Με την πάροδο του χρόνου τα νερά κατέστρεψαν τα γόνιμα χωράφια που υπήρχαν και στις  δυο όχθες και μεγάλωσε αρκετά την κοίτη .
Το πανηγύρι αποτελούσε την αφορμή να μαζευτούν οι κάτοικοι όχι μόνο του Κόκκινου αλλά και των γειτονικών χωριών ( Αγλαβιστα , Άβορος, Σεβεδίκο, Βελούχι, Γρανίτσα, Κλίμα, Πενταγιοί, Λιδωρίκι )  για να προσκυνήσουν αλλά και να διεσκεδάσουν . Με τα μουλάρια η τα άλογα τους  έφθαναν πρωί πρωί συν γυναιξί και τέκνοις αλλά και με κοφίνια γεμάτα πεντανόστιμα φαγητά , έπιαναν τις θέσεις τους που κατείχαν ΅κληρονομικώ δικαίω΅ στα γύρω της εκκλησίας πλατάνια και βελανιδιές , παρακολουθούσαν με ευλάβεια την θεία  λειτουργία και με το σχόλασμα της εκκλησίας βιαζόντουσαν να αρχίσουν το γλέντι.  Η ορχήστρα με τους τοπικούς οργανοπαίχτες ενίσχυε την γιορτινή διάθεση και ανέβαζε το κέφι των πανηγυριστών στα ύψη !!
Προβατίνα ψητή , κοντοσούβλι, κοκορέτσι και  κρύα μπύρα προσφερόταν άφθονα και απο τα δυο μαγαζιά που είχαν μεταφερθεί από το χωριό ,ειδικά για το πανηγύρι , του Καραμπετσου  του Γιάννη και του Καραγιάννη του Θύμιου. 
Μάλιστα ειδικά για το πανηγύρι είχαν έλθει και πολλοί μετανάστες κυρίως απο την Αθήνα ( ο σύλλογος των εν Αθήναις Κοκκινιωτών πολλές φορές έβαζε και πούλμαν )  αλλά και από Αμερική και Καναδά. Και για τον νεαρόκοσμο το πανηγύρι ήταν μεγάλο γεγονός και ένα επιπρόσθετο λόγο , είχε την δυνατότητα ( αν και τα χρήματα εκείνα τα χρόνια ήταν δυσεύρετα) να αγοράσει απο το υπαίθριο πάγκο απο σουγιάδες ,σφεντόνες, σφυρίχτρες ,καθρεφτάκια μέχρι αυτοκινητάκια ). Το γλέντι κρατούσε μέχρι αργά το απόγευμα όταν η κάθε οικογένεια έπαιρνε  το δρόμο της επιστροφής στην δύσκολη καθημερινότητα ....