Ένα τσουκάλι αφηγείται
Σάββατο, στα μέσα του Δεκέμβρη, με βροχερό και κρύο καιρό. Η χαμηλή νέφωση είχε απλωθεί γύρω από το μικρό αγροτόσπιτό μου, στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας, και δημιουργούσε μια όμορφη, σχεδόν υποβλητική εικόνα. Φόρεσα τις μπότες μου και ένα αδιάβροχο, από εκείνα που σε προφυλάσσουν καλά ακόμη και στις δυνατές βροχές, και πήρα το γνώριμο μονοπάτι που οδηγούσε στο διπλανό δάσος.
Η βροχή και η χαμηλή νέφωση είχαν προσδώσει στο τοπίο αλλόκοτα χαρακτηριστικά, θυμίζοντας σκηνές από την ταινία του Αγγελόπουλου Το λιβάδι που δακρύζει. Η βροχή δυνάμωνε, όμως αυτό δεν με εμπόδιζε να χαίρομαι το περπάτημα μ’ αυτόν τον καιρό και να απολαμβάνω το θεσπέσιο σκηνικό γύρω μου.
Ο σκύλος μου ήρθε κοντά μου, κουνούσε την ουρά του και δάγκωνε παιχνιδιάρικα τις μπότες μου. Κάτι ζητούσε. Το κατάλαβα όταν, μετά από λίγο, έκανε μεταβολή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
«Μάλλον», σκέφτηκα, «τα σκυλιά δεν είναι τόσο ρομαντικά όσο τα αφεντικά τους…».
Περπάτησα λίγο ακόμη και ύστερα ακολούθησα το παράδειγμά του.
Γύρισα στο αγροτόσπιτο και άναψα μια παλιά ξυλόσομπα, από εκείνες που άλλοτε οι χωρικοί αποκαλούσαν μασίνες. Ωραία εργαλεία· προσφέρουν γρήγορη ζεστασιά και σκορπούν θαλπωρή, ένα όμορφο συναίσθημα αγαλίασης. Πάνω στο μεγάλο μάτι της μασίνας είχα ακουμπήσει ένα παλιό, χάλκινο τσουκάλι.
Το καλοκαίρι που είχα ανέβει στο χωριό, ο Αριστείδης —παλιός φίλος και γείτονάς μου— μου το χάρισε. Πολύτιμο δώρο, με μεγάλη συναισθηματική αξία για την οικογένειά του, αλλά και για μένα, που μικρός μπαινόβγαινα στο αγροτόσπιτό τους, σε μια όμορφη γωνιά του Λουτσοβιώτικου κάμπου, σήμερα πια στον βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου.
Ξάπλωσα στον καναπέ, ακριβώς απέναντι από τη σόμπα, και απολάμβανα τον νανουριστικό ήχο της βροχής, όπως ακουγόταν στις λαμαρίνες της σκεπής. Πρέπει να χαλάρωσα πολύ, γιατί ο Μορφέας δεν άργησε να έρθει. Τότε άρχισα να ακούω μια μεταλλική, μα ευχάριστη φωνή:
Εμένα με λένε τσουκάλι. Όχι όποιο κι όποιο∙ είμαι ο παλιός βραστήρας, όπως με έλεγε ο μπάρμπα-Κώτσιος, εκεί κάτω, στο ξέφωτο του Μόρνου, δίπλα στο Κερασόρεμα, τότε που η κοιλάδα δεν ήταν λίμνη αλλά ζωντανός τόπος. Περιβόλια, τριφύλλια, σιτάρια και καλαμπόκια απλώνονταν γύρω, και τα ζώα βοσκούσαν ήσυχα στα λιβάδια δίπλα στον ποταμό.
Κάθε μέρα άνθρωποι μικροί και μεγάλοι δούλευαν ασταμάτητα, μα ήξεραν και να τραγουδούν και να γλεντούν τις ώρες της σχόλης. Ακόμη θυμάμαι τις φωνές τους, τα χλιμιντρίσματα και τα βελάσματα των ζώων· ένα συνοθύλευμα ήχων και εικόνων που δεν ξεχνιέται.
Καθόμουν πάνω στη σιδεροστιά, στην άκρη του τζακιού, και έβραζα από το χάραμα. Με έπνιγε ο καπνός, μαύριζαν τα πλευρά μου, μα μέσα ήμουν πεντακάθαρο και έψηνα όσα φρόντιζε καθημερινά η γλυκιά μου νοικοκυρά, η κυρά-Ελένη η αγία.
Στο σπίτι εκείνο ζούσαν μόνιμα δέκα ψυχές, χώρια οι περαστικοί, κι όλοι περίμεναν από μένα να τους θρέψω. Η κυρά-Ελένη δεν μιλούσε πολύ. Έριχνε μια φούχτα τραχανά, λίγο λίπος από τον τενεκέ, δυο κομμάτια τυρί, κι εγώ έπαιρνα μπρος. Με ένα τίποτα έφτιαχνα φαΐ για όλους.
Έτσι ήταν τότε∙ τα φτωχικά κάστρα είχαν μεγάλες καρδιές.
Ο μπάρμπα-Κώτσιος ήταν καλός άνθρωπος. Με άκουγε να βράζω και έλεγε:
— Ε, σήμερα θα φάμε όλοι. Παναγιά μαζί μας!
Κι ύστερα έβγαινε έξω να ταΐσει τα ζώα ή να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη. Γιατί αυτός ήταν: πρώτος στο χωράφι, πρώτος στο κάλεσμα, τελευταίος να παραπονεθεί.
Θυμάμαι μια χειμωνιάτικη νύχτα που γύρισε μισοπαγωμένος από το ρέμα. Είχε πάει να ξελασπώσει το μονοπάτι του γείτονα που είχε κλείσει. Η κυρά-Ελένη έριξε μέσα μου λίγο κατσικίσιο γάλα και μέλι και μ’ έβαλε στη φωτιά.
— Πιες, Κώτσιο, να ζεσταθείς.
Κι εκείνος χαμογέλασε με εκείνο το ντροπαλό χαμόγελο που μόνο οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν.
Τα παιδιά… αχ, τα παιδιά! Χόρευαν γύρω μου. Άπλωναν το χέρι στο καπάκι και το μάζευαν πίσω ουρλιάζοντας «αχ, κάηκα!». Έπειτα γελούσαν. Μια φορά η μικρή τους, η Σπυριδούλα, έριξε μέσα μου κατά λάθος λίγο μοσχοκάρυδο. Για μια εβδομάδα όλο το φαΐ μοσχομύριζε γλύκα και ξύλο. Εκείνη νόμιζε πως την είχαν μαλώσει· κανείς δεν της είπε πως όλοι το ευχαριστήθηκαν.
Ήταν φτωχικά χρόνια, αλλά όχι άδεια. Κάθε βράδυ, όταν ο ήλιος χανόταν πίσω από την Αβορόραχη, η οικογένεια μαζευόταν γύρω από μένα και το λυχνάρι που πάσχιζε να φωτίσει το σκοτάδι. Λες και ήμουν το κέντρο του κόσμου. Κι εγώ έβραζα σαν καρδιά, κι ας ήμουν από χαλκό.
Ύστερα ήρθε η λίμνη. Οι άνθρωποι έφυγαν. Το σπίτι άδειασε. Τον μπάρμπα-Κώτσιο δεν τον άκουσα ποτέ ξανά να τραγουδά χαμηλόφωνα το «Στου Μόρνου τα νερά». Εγώ σώθηκα από τύχη∙ με πήραν μαζί με λίγα υπάρχοντα, για να θυμίζω τις μέρες που χάθηκαν στον βυθό.
Σήμερα με βλέπεις εδώ, κουρασμένο μα γεμάτο ιστορίες. Το μέταλλό μου κρατά ακόμη το άρωμα του καπνού από τη στάνη, τη γλύκα του τραχανά, τα γέλια των παιδιών, τον ιδρώτα της δουλειάς, τον κόπο και την καλοσύνη μιας φαμελίτικης ζωής.
Κι αν μπορούσα να πω μια κουβέντα στον μπάρμπα-Κώτσιο, θα του ’λεγα τούτο:
«Ό,τι έβραζα τότε δεν ήταν φαΐ∙ ήταν αγάπη».
Γιατί μια οικογένεια δέκα ψυχών, σε μια κοιλάδα που πνίγηκε από το νερό αλλά όχι από τη λησμονιά, ζει ακόμη μέσα μου — σε κάθε σημάδι, σε κάθε μπουμπούρισμα που θυμάμαι.
Αυτό είμαι. Ένα τσουκάλι. Παλιό, ταπεινό. Μα φορτωμένο ζωή.
«Κωνσταντίνε… είσαι εδώ;»
«Εδώ είμαι», απάντησα.
Κοίταξα τη μασίνα, έσπρωξα λίγο το ξύλο και χάιδεψα ασυναίσθητα το χείλος του τσουκαλιού.
Έξω έβρεχε ακόμη.
Μέσα, όμως, κάτι παλιό και καλό συνέχιζε να ζεσταίνει.
Κ Μπερτσιάς

.jpeg)
























