Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ένα τσουκάλι αφηγείται (διήγημα)

 Ένα τσουκάλι αφηγείται

 

Σάββατο, στα μέσα του Δεκέμβρη, με βροχερό και κρύο καιρό. Η χαμηλή νέφωση είχε απλωθεί γύρω από το μικρό αγροτόσπιτό μου, στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας, και δημιουργούσε μια όμορφη, σχεδόν υποβλητική εικόνα. Φόρεσα τις μπότες μου και ένα αδιάβροχο, από εκείνα που σε προφυλάσσουν καλά ακόμη και στις δυνατές βροχές, και πήρα το γνώριμο μονοπάτι που οδηγούσε στο διπλανό δάσος.

Η βροχή και η χαμηλή νέφωση είχαν προσδώσει στο τοπίο αλλόκοτα χαρακτηριστικά, θυμίζοντας σκηνές από την ταινία του Αγγελόπουλου Το λιβάδι που δακρύζει. Η βροχή δυνάμωνε, όμως αυτό δεν με εμπόδιζε να χαίρομαι το περπάτημα μ’ αυτόν τον καιρό και να απολαμβάνω το θεσπέσιο σκηνικό γύρω μου.

Ο σκύλος μου ήρθε κοντά μου, κουνούσε την ουρά του και δάγκωνε παιχνιδιάρικα τις μπότες μου. Κάτι ζητούσε. Το κατάλαβα όταν, μετά από λίγο, έκανε μεταβολή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

«Μάλλον», σκέφτηκα, «τα σκυλιά δεν είναι τόσο ρομαντικά όσο τα αφεντικά τους…».

Περπάτησα λίγο ακόμη και ύστερα ακολούθησα το παράδειγμά του.

Γύρισα στο αγροτόσπιτο και άναψα μια παλιά ξυλόσομπα, από εκείνες που άλλοτε οι χωρικοί αποκαλούσαν μασίνες. Ωραία εργαλεία· προσφέρουν γρήγορη ζεστασιά και σκορπούν θαλπωρή, ένα όμορφο συναίσθημα αγαλίασης. Πάνω στο μεγάλο μάτι της μασίνας είχα ακουμπήσει ένα παλιό, χάλκινο τσουκάλι.

Το καλοκαίρι που είχα ανέβει στο χωριό, ο Αριστείδης —παλιός φίλος και γείτονάς μου— μου το χάρισε. Πολύτιμο δώρο, με μεγάλη συναισθηματική αξία για την οικογένειά του, αλλά και για μένα, που μικρός μπαινόβγαινα στο αγροτόσπιτό τους, σε μια όμορφη γωνιά του Λουτσοβιώτικου κάμπου, σήμερα πια στον βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου.

Ξάπλωσα στον καναπέ, ακριβώς απέναντι από τη σόμπα, και απολάμβανα τον νανουριστικό ήχο της βροχής, όπως ακουγόταν στις λαμαρίνες της σκεπής. Πρέπει να χαλάρωσα πολύ, γιατί ο Μορφέας δεν άργησε να έρθει. Τότε άρχισα να ακούω μια μεταλλική, μα ευχάριστη φωνή:


Εμένα με λένε τσουκάλι. Όχι όποιο κι όποιο∙ είμαι ο παλιός βραστήρας, όπως με έλεγε ο μπάρμπα-Κώτσιος, εκεί κάτω, στο ξέφωτο του Μόρνου, δίπλα στο Κερασόρεμα, τότε που η κοιλάδα δεν ήταν λίμνη αλλά ζωντανός τόπος. Περιβόλια, τριφύλλια, σιτάρια και καλαμπόκια απλώνονταν γύρω, και τα ζώα βοσκούσαν ήσυχα στα λιβάδια δίπλα στον ποταμό.

 

Κάθε μέρα άνθρωποι μικροί και μεγάλοι δούλευαν ασταμάτητα, μα ήξεραν και να τραγουδούν και να γλεντούν τις ώρες της σχόλης. Ακόμη θυμάμαι τις φωνές τους, τα χλιμιντρίσματα και τα βελάσματα των ζώων· ένα συνοθύλευμα ήχων και εικόνων που δεν ξεχνιέται.

 

Καθόμουν πάνω στη σιδεροστιά, στην άκρη του τζακιού, και έβραζα από το χάραμα. Με έπνιγε ο καπνός, μαύριζαν τα πλευρά μου, μα μέσα ήμουν πεντακάθαρο και έψηνα όσα φρόντιζε καθημερινά η γλυκιά μου νοικοκυρά, η κυρά-Ελένη η αγία.

 

Στο σπίτι εκείνο ζούσαν μόνιμα δέκα ψυχές, χώρια οι περαστικοί, κι όλοι περίμεναν από μένα να τους θρέψω. Η κυρά-Ελένη δεν μιλούσε πολύ. Έριχνε μια φούχτα τραχανά, λίγο λίπος από τον τενεκέ, δυο κομμάτια τυρί, κι εγώ έπαιρνα μπρος. Με ένα τίποτα έφτιαχνα φαΐ για όλους.

 

Έτσι ήταν τότε∙ τα φτωχικά κάστρα είχαν μεγάλες καρδιές.

 

Ο μπάρμπα-Κώτσιος ήταν καλός άνθρωπος. Με άκουγε να βράζω και έλεγε:

— Ε, σήμερα θα φάμε όλοι. Παναγιά μαζί μας!

 

Κι ύστερα έβγαινε έξω να ταΐσει τα ζώα ή να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη. Γιατί αυτός ήταν: πρώτος στο χωράφι, πρώτος στο κάλεσμα, τελευταίος να παραπονεθεί.

 

Θυμάμαι μια χειμωνιάτικη νύχτα που γύρισε μισοπαγωμένος από το ρέμα. Είχε πάει να ξελασπώσει το μονοπάτι του γείτονα που είχε κλείσει. Η κυρά-Ελένη έριξε μέσα μου λίγο κατσικίσιο γάλα και μέλι και μ’ έβαλε στη φωτιά.

— Πιες, Κώτσιο, να ζεσταθείς.

Κι εκείνος χαμογέλασε με εκείνο το ντροπαλό χαμόγελο που μόνο οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν.

 

Τα παιδιά… αχ, τα παιδιά! Χόρευαν γύρω μου. Άπλωναν το χέρι στο καπάκι και το μάζευαν πίσω ουρλιάζοντας «αχ, κάηκα!». Έπειτα γελούσαν. Μια φορά η μικρή τους, η Σπυριδούλα, έριξε μέσα μου κατά λάθος λίγο μοσχοκάρυδο. Για μια εβδομάδα όλο το φαΐ μοσχομύριζε γλύκα και ξύλο. Εκείνη νόμιζε πως την είχαν μαλώσει· κανείς δεν της είπε πως όλοι το ευχαριστήθηκαν.

 

Ήταν φτωχικά χρόνια, αλλά όχι άδεια. Κάθε βράδυ, όταν ο ήλιος χανόταν πίσω από την Αβορόραχη, η οικογένεια μαζευόταν γύρω από μένα και το λυχνάρι που πάσχιζε να φωτίσει το σκοτάδι. Λες και ήμουν το κέντρο του κόσμου. Κι εγώ έβραζα σαν καρδιά, κι ας ήμουν από χαλκό.

Ύστερα ήρθε η λίμνη. Οι άνθρωποι έφυγαν. Το σπίτι άδειασε. Τον μπάρμπα-Κώτσιο δεν τον άκουσα ποτέ ξανά να τραγουδά χαμηλόφωνα το «Στου Μόρνου τα νερά». Εγώ σώθηκα από τύχη∙ με πήραν μαζί με λίγα υπάρχοντα, για να θυμίζω τις μέρες που χάθηκαν στον βυθό.

 

Σήμερα με βλέπεις εδώ, κουρασμένο μα γεμάτο ιστορίες. Το μέταλλό μου κρατά ακόμη το άρωμα του καπνού από τη στάνη, τη γλύκα του τραχανά, τα γέλια των παιδιών, τον ιδρώτα της δουλειάς, τον κόπο και την καλοσύνη μιας φαμελίτικης ζωής.

Κι αν μπορούσα να πω μια κουβέντα στον μπάρμπα-Κώτσιο, θα του ’λεγα τούτο:

«Ό,τι έβραζα τότε δεν ήταν φαΐ∙ ήταν αγάπη».

Γιατί μια οικογένεια δέκα ψυχών, σε μια κοιλάδα που πνίγηκε από το νερό αλλά όχι από τη λησμονιά, ζει ακόμη μέσα μου — σε κάθε σημάδι, σε κάθε μπουμπούρισμα που θυμάμαι.

Αυτό είμαι. Ένα τσουκάλι. Παλιό, ταπεινό. Μα φορτωμένο ζωή.


«Κωνσταντίνε… είσαι εδώ;»

 

«Εδώ είμαι», απάντησα.

Κοίταξα τη μασίνα, έσπρωξα λίγο το ξύλο και χάιδεψα ασυναίσθητα το χείλος του τσουκαλιού.

Έξω έβρεχε ακόμη.

Μέσα, όμως, κάτι παλιό και καλό συνέχιζε να ζεσταίνει.


Κ Μπερτσιάς 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Κοπή πίτας του Συλλογου Κοκκινιωτων

 Κόψαμε και φέτος την Πρωτοχρονιάτικη πίτα του Συλλόγου μας, παρουσία συγχωριανών και φίλων.  Κοντά μας ήταν ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Βορειοδυτικής Δωρίδας Δήμος Αρχοντούλης. Τους ευχαριστούμε θερμά όλους και ιδιαίτερα τον δάσκαλο Γιώργο Ανέστο που είναι πάντα παρών παρά την ηλικία του και τον εκ των ιδρυτών του Συλλόγου, αντιστράτηγο ε.α. της Πυροσβεστικής, Βασίλη Μετάνια, που δεν μπόρεσε να παρευρεθεί για λόγους υγείας για την συγκινητική επιστολή του.

Σας περιμένουμε στον ετήσιο χορό του Συλλόγου μας, που θα γίνει στις 21/02/2026 και ώρα 9.00 μ.μ στο κέντρο Το Μυστικό στον Υμηττό.

Αθανάσιος Φλωρος 




Η συγκινητική επιστολή του συμπατριώτη μας και εκ των ιδρυτικών μελών του συλλόγου Βασίλη Μετάνια ..





Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Πρόοδος χωρίς πυξίδα: Από τον Στάινμπεκ στον Μόρνο

 

Πρόοδος χωρίς πυξίδα: Από τον Στάινμπεκ στον Μόρνο

«Αναρωτιέμαι γιατί η πρόοδος μοιάζει πολλές φορές με καταστροφή».

Η φράση αυτή, ποτισμένη με το πνεύμα του Τζων Στάινμπεκ*, δεν αποτελεί έναν στείρο σκεπτικισμό απέναντι στη νεωτερικότητα. Αντιθέτως, συνιστά μια βαθιά ηθική προειδοποίηση για εκείνες τις στιγμές της ιστορίας όπου η εξέλιξη αποκόπτεται βίαια από τον άνθρωπο και τον τόπο του.

Στον σύγχρονο δημόσιο λόγο, η πρόοδος προβάλλεται ως αυταπόδεικτο, σχεδόν αδιαμφισβήτητο αγαθό. Μετριέται με ψυχρούς αριθμούς: δείκτες ανάπτυξης, επενδυτικά μεγέθη, απορρόφηση κονδυλίων. Πίσω όμως από τους πίνακες των Excel, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: πρόοδος για ποιον και εις βάρος ποιων;

Η φύση ως υπόβαθρο και ο άνθρωπος ως παράπλευρη απώλεια

Η ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων ετών προσφέρει εύγλωττα —και συχνά οδυνηρά— παραδείγματα. Στο όνομα της κλιματικής κρίσης και της αναγκαίας ενεργειακής μετάβασης, αιολικά και ηλιακά πάρκα ξεφυτρώνουν σε κάθε ελεύθερο ορίζοντα. Από τις παρθένες κορυφογραμμές της Πίνδου έως τα ευαίσθητα οικοσυστήματα των νησιών, η παρέμβαση είναι συχνά ισοπεδωτική.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στην ίδια την τεχνολογία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, αλλά στον τρόπο επιβολής τους. Έργα που βαφτίζονται «πράσινα» εγκαθίστανται με μια παράδοξη βιασύνη, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για τη φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής. Η φύση παύει να αντιμετωπίζεται ως ζωντανός οργανισμός και μετατρέπεται σε απλό υπόβαθρο τεχνικών σχεδίων. Οι τοπικές κοινωνίες, που επί γενιές συμπορεύτηκαν με αυτό το τοπίο, παρακολουθούν συχνά ως θεατές τη ριζική αλλοίωση της ζωής τους.

Η «νόμιμη» καταστροφή

Η καταστροφή που υπαινίσσεται ο Στάινμπεκ δεν έρχεται απαραίτητα με εκρήξεις και συντρίμμια. Έρχεται αθόρυβα, μέσα από τη γραφειοκρατική κανονικότητα:

• με αποφάσεις που λαμβάνονται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο εφαρμογής τους,

• με «νόμιμες» υπογραφές που αγνοούν τον παλμό της τοπικής οικονομίας —την κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία, τον ήπιο τουρισμό—

• με τη σταδιακή ακύρωση της αίσθησης του «ανήκειν» που συνδέει τον άνθρωπο με το περιβάλλον του.

Όταν το κοινό καλό ορίζεται ερήμην των πολλών, η πρόοδος παύει να είναι απελευθερωτική. Μετατρέπεται σε μια μορφή τεχνοκρατικού αυταρχισμού, όπου ο άνθρωπος δεν είναι πλέον ο σκοπός, αλλά μια απλή μεταβλητή στην εξίσωση κόστους–οφέλους.

Η ανάγκη για μέτρο

Ίσως, τελικά, η αληθινή πρόοδος να μην είναι ζήτημα ταχύτητας ή μεγέθους, αλλά μέτρου. Η επιτυχία μιας κοινωνίας δεν κρίνεται μόνο από το πλήθος των έργων που υλοποιούνται, αλλά από το αν οι άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν, να δημιουργούν και να αναγνωρίζουν τον τόπο τους μέσα σε αυτά. Όπως τότε, στην κοιλάδα του Μόρνου, έτσι και σήμερα στις κορυφογραμμές των πανέμορφων βουνών μας και τώρα στην κορυφογραμμή του Πυρνου, ακριβώς πάνω από την λίμνη του Μόρνου, η ιστορία επαναλαμβάνεται συχνά ως μια «νόμιμη» αλλά βίαιη επιβολή.

Η ενεργειακή αυτονομία είναι αναγκαία. Δεν μπορεί όμως να οικοδομηθεί πάνω στα ερείπια της τοπικής ταυτότητας. Αν η εξέλιξη δεν εμπεριέχει σεβασμό στο τοπίο και ουσιαστική δημοκρατική διαβούλευση, τότε η πρόοδος —όσο καλοπροαίρετα κι αν διακηρύσσεται— βιώνεται δικαίως ως καταστροφή.

Η απορία του Στάινμπεκ δεν είναι λογοτεχνικό σχήμα. Είναι πυξίδα. Και είναι φανερό πως, στον δρόμο προς την «ανάπτυξη», αυτή την πυξίδα τη χάσαμε.

Υστερόγραφο

Ο υπογράφων έχει βιώσει την «καταστροφική πρόοδο» όταν, πριν από πενήντα χρόνια, η ανάπτυξη απαίτησε την καταστροφή του γενέθλιου τόπου του για την κατασκευή της τεχνητής λίμνης του Μόρνου. 

Στο βιβλίο μου «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» διατυπώνω ένα ερώτημα που εξακολουθεί να με στοιχειώνει:

«Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτό τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε την φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη» χωρίς να ορίζουμε επακριβώς την σημασία τους;
Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.
Εάν γινόταν σωστή μελέτη που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.
Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα έδιναν μεγαλύτερη προσοχή στις αισθητικές συνέπειες αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά ο κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από την δημιουργία αυτών έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.»

Ο σεβασμός στο παρελθόν και η μέριμνα για τις επόμενες γενιές δεν είναι πολυτέλεια. Είναι το ελάχιστο ηθικό χρέος μιας κοινωνίας που θέλει να αποκαλείται προοδευτική.

*Τζων Στάινμπεκ το 1962 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος του νατουραλισμού και της κοινωνικής πεζογραφίας στην Αμερική, είναι ένας απο τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα.

Το άνθρωποι και ποντίκια και τα σταφύλια της οργής είναι ανάμεσα στα πιο γνωστά και πολυδιαβασμένα έργα του. Άλλα έργα του είναι:Ο δρόμος με τις φάμπρικες, Ανατολικά της Εδέμ, Το φεγγάρι έπεσε, Η αμφίβολη μάχη, Τα λιβάδια του ουρανού.

ΚΜ

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Σκαρίμπας από Αγία Ευθυμία

 Γιάννης Σκαρίμπας 


 28 Σεπτεμβρίου 1893, Αγία Ευθυμία


- 21 Ιανουαρίου 1984, Χαλκίδα.


 Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας.


Σε ιδιόγραφο βιογραφικό σημείωμά του γράφει:


Γεννήθηκα το 1893 στο χωριό Αγια-Θυμιά της Παρνασσίδος – πρώην Δήμου Μυωνίας. Το δημοτικό μου σκολειό το πέρασα στην Ιτέα των Σαλώνων. Το Σχολαρχείο στο Αίγιο και το Γυμνάσιο στην Πάτρα. Εδώ (στη Χαλκίδα) ελθόντας για στρατιώτης (κληρωτός) το 1914 παντρεύτηκα (... εξ’ έρωτος). Έκτοτε, σχεδόν δεν ‘‘το κούνησα’’ από την πόλη ετούτη = τη Χαλκίδα. Έκανα οικογένεια (παιδιά, νύφες κι εγγόνια) και μνέσκω ακόμα, γράφοντας Λογοτεχνία και Ιστορία. Αλλά και Ποίηση και Θέατρο.


Τώρα υπέρ τα 84 μου χρόνια γεγονώς, εφησυχάζω (σχεδόν μόνος) στο σπιτάκι μου, ζων ‘‘αεί -μη- διδασκόμενος’’, εν αναμονή του ‘‘εσχάτου-μου-μαθήματος’’, ευχαριστώντας εκείνο που ονομάζουμε Θεό, ‘‘για τα βουνά και για τα δάση που είδα...’’ (του Ζαχ. Παπαντωνίου).


Και για το ακριβές των παραπάνω αυτών μου ασημάντων, υπογράφομαι,


ο ταπεινότατος


Γιάννης Σκαρίμπας.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων (Σοφία Καραγιάννη·Σκούρα)

 Άλλη μια Χωριανη μας, έφυγε σήμερα από κοντά μας. Η Αναστασία (Τασία) Σκούρα- Καραγιάννη, πλήρες ημερών. Είχε Γεννηθεί στο χωριό μας Κόκκινο Δωρίδος, ήταν αδερφή του δικού μας Παναγιώτη Καραγιάννη, και διέμενε στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας. Η κηδεία της θα γίνει αύριο 17-1-2026 ώρα 2μμ στο Ξυλόκαστρο, στον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου. Εκ μέρους του Συλλόγου ,τα ειλικρινή μας Συλλυπητήρια στην οικογένεια της,και ας είναι ελαφρύ το χώμα πού θα την σκεπάσει.

Αθανάσιος Φλωρος πρόεδρος συλλόγου Κοκκινιωτών  Δωρίδος 

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Παππαθανάσης Κολοκυθάς

 

Ο Παππαθανάσης Κολοκυθάς μόνος και έρημος περπάτησε στα 85 του πάνω από 10 χιλιόμετρα για να τελέσει το μυστήριο του Αγιασμού στη λίμνη του Μόρνου κοντά στο χωριό Κάλλιο.

Είτε πιστεύεις είτε όχι κάποιοι συνάνθρωποι μας, διαφέρουν από τους πολλούς. 

Έχουν ένα χάρισμα που λείπει από εμάς. 

Είναι το χάρισμα της ταπεινότητας και της συναίσθησης της μικρότητας μας.  

Ο Παππαθανάσης Κολοκυθάς μόνος και έρημος περπάτησε στα 85 του πάνω από 10 χιλιόμετρα για να τελέσει το μυστήριο του Αγιασμού στη λίμνη του Μόρνου κοντά στο χωριό Κάλλιο. 

Χωρίς τυμπανοκρουσίες, επίσημους, τηλεοράσεις και χρυσοποίκιλτες αγιαστούρες. 

Αυτός, η ψυχή του  και ο Θεός του σε μια συμπαντική γαλήνη. 

Αυτόν τον Θεό προσπαθώ να δω και εγώ αλλά η ανθρώπινη και συμβατική φύση μου με δυσκολεύει. 

Χρόνια Πολλά!!

Τομ Μανάκης

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων ( Μαγδαλινή Κοράκη-Λέτσου)

Την Κυριακή 28/12/2025 θα τελεστεί στο κοιμητήριο του χωριού η εξόδιος ακολουθία της υπεραιωνόβιας Μαγδαλινής (Μυγδάλω), συζύγου του Δημητρίου Λέτσου και κόρης του Αποστόλη και της Σοφίας Κοράκη.

Η οικία της οικογένειας βρίσκεται στην πλατεία του Αγίου Βασιλείου.


Με τον σύζυγό της είχαν μεταναστεύσει αρχικά στη Γερμανία και αργότερα στην Αυστραλία. Τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Αθήνα.


Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά της και καλό κατευόδιο.


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Μεγάλο σόι! (Διήγημα)

 Μεγάλο σόι!

Ο Θωμάς, αν και είχε περάσει τα σαράντα πέντε, συνέχιζε να βλέπει τον κόσμο όπως στα δεκαπέντε του. Ζωηρός, ανήσυχος, απερίσκεπτος, πάντοτε κόντρα στη μετριοπάθεια και στη «μέση οδό». Στις συζητήσεις στο καφενείο του χωριού ήταν μονίμως αντιπολίτευση — του άρεσε να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα.

Το χωριό του ήταν ορεινό, απλωμένο σε ένα μικρό πλάτωμα κάπου στα μεγάλα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας. Ο εμφύλιος είχε πια τελειώσει και οι κάτοικοι πάσχιζαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Το χωριό, κατεστραμμένο από τους Γερμανούς και εγκαταλειμμένο υποχρεωτικά λόγω του πολέμου, άρχισε να αποκτά και πάλι ζωή μετά τη συντριβή των κομμουνιστών στον Γράμμο.

Ο Θωμάς, αν και δεν είχε ταχθεί με καμία πλευρά, μετά τον πόλεμο άρχισε να συμπαθεί τους ηττημένους. Μιλούσε συχνά με συμπόνια για «τους δυστυχισμένους», όπως τους αποκαλούσε. Πίστευε πως έπεσαν θύματα των Άγγλων και του Στάλιν. Αυτή του η στάση δεν άργησε να τον βάλει στο μάτι του αστυνόμου της περιοχής, και ο άμοιρος Θωμάς έγινε μόνιμος στόχος του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον καλούσε να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα —μια ώρα δρόμος απ’ το χωριό— για «σοβαρή υπόθεση», όπως του μετέφερε κάθε φορά κάποιος αγέλαστος χωροφύλακας. Εκεί, δεχόταν αυστηρές παρατηρήσεις και απειλές για πρόστιμα επειδή ο απόπατος του σπιτιού του μύριζε ή γιατί δεν είχε ασβεστώσει τους εξωτερικούς τοίχους της αυλής. Ο Θωμάς, όμως, δεν κιότεψε. Συνέχισε απτόητος την «αντάρτικη» στάση του.

Ο αστυνόμος, από την άλλη, είχε πεισμώσει. Δεν του κατέβαινε κάτω που ο Θωμάς δεν του έδειχνε υποταγή. Έψαχνε τρόπους να τον στριμώξει.

Ο Θωμάς είχε κι ένα μεγαλόσωμο γαϊδούρι — απ’ αυτά τα κυπραίικα — με το οποίο κουβαλούσε ξύλα από το βουνό και έβγαζε και κανένα μεροκάματο. Η αλήθεια είναι πως συχνά το παραφόρτωνε. Ο γάιδαρος, πεισματάρης όπως όλοι οι όμοιοί του, σταματούσε και δεν κουνιόταν ρούπι. Τότε, ο Θωμάς, με το μαστίγιο στο χέρι, του έδινε μερικά χτυπήματα στα καπούλια για να τον κάνει να προχωρήσει.

Σε μια τέτοια στιγμή, βρέθηκε μπροστά ο αστυνόμος. Και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τον έστειλε στο δικαστήριο για κακοποίηση ζώου! Μάλιστα, δύο πρόθυμοι συγχωριανοί που δεν συμπαθούσαν τον Θωμά, έτρεξαν να καταθέσουν σε βάρος του. Τον είπαν «εγκληματία»!

Στο ακροατήριο, ο αστυνόμος και οι δύο μάρτυρες κατέθεσαν με πάθος. Τον περιέγραψαν με τα πιο μελανά χρώματα. «Δήμιο», τον είπαν. Όταν ολοκλήρωσαν τις καταθέσεις τους, ο πρόεδρος στράφηκε προς τον Θωμά και του είπε:

— Ο κατηγορούμενος έχει τον λόγο.

Ο Θωμάς, με ήρεμες κινήσεις, στρίβει το τσιγκελωτό μουστάκι του, ρίχνει μια περιφρονητική ματιά στους κατηγόρους του, κοιτάζει τον πρόεδρο και, με σταθερή και στομφώδη φωνή, λέει:

— Ομολογώ, κύριε πρόεδρε, πως ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ο γάιδαρός μου είχε τόσο μεγάλο και σπουδαίο σόι. Κι όταν τον απέκτησα, πάλι ομολογώ πως ήταν μεγάλο μου λάθος που δεν ρώτησα για την οικογένειά του. Τώρα που το έμαθα… θα του φέρομαι όπως αρμόζει σε έναν τέτοιο γάιδαρο!

Κ Μ


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

 Εκλεκτοί συμπατριώτες μας 

Ο Χρήστος Καραδήμας του Γεωργίου με την μητέρα του Ευθυμία .

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Χαιρετισμός αναχωρησάντων (Γεώργιος Κ. Κοράκης )

 

Έφυγε σήμερα από τη ζωή ο αγαπητός μας συμπατριώτης Γιώργος Κοράκης, γεννημένος το 1928 στο χωριό μας. Σε νεαρή ηλικία μετανάστευσε στην Αθήνα, όπου με την εργατικότητα και το ήθος του προόδευσε και δημιούργησε μια εξαίρετη οικογένεια.


Εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα-στον Προμηθευτικό Συνεταιρισμό-  ιδιαίτερα αγαπητός στους συναδέλφους του και σε όλους τους συγχωριανούς μας. Υπήρξε πρωτεργάτης του Συλλόγου μας και διετέλεσε αντιπρόεδρος, ενώ παρέμεινε πάντα τακτικός επισκέπτης του χωριού που τόσο αγαπούσε.


Αιωνία η μνήμη του. Καλό κατευόδιο. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του.


Η εξόδιος ακολουθία  θα γίνει την Κυριακή 21/12/25 στο κοιμητήριο του χωριού  στις 12:00 το μεσημέρι


Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Γιάννης Μακρυγιάννης

 Το θερίον είπαν θερίον κι ο άνθρωπος είναι χερότερος.

Γιάννης Μακρυγιάννης 
Έλληνας αγωνιστής του ‘21  (1794-1864)

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025

Συνελόντι ειπείν...Διήγημα του Κ. Μπερτσιά)

 Συνελόντι ειπείν... (δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο)

Ήταν περασμένες εφτά, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, και η μικρή παρέα αγνάντευε νωχελικά τη σαγηνευτική εικόνα που ξεδιπλωνόταν μπροστά της. Η θέα της πανέμορφης λίμνης, που δημιουργήθηκε πριν καμιά σαρανταριά χρόνια σκεπάζοντας τη μεγάλη στενόμακρη κοιλάδα, ήταν μαγευτική.

Η συγκεκριμένη τοποθεσία πρόσφερε πράγματι μια πανοραμική άποψη της λίμνης —σε όλη της σχεδόν την έκταση, με τα δεκάδες γραφικά φιόρδ— και των επιβλητικών ορεινών όγκων με τις ανισόπεδες κορυφές τους. Η θέση αυτή ήταν ονομαστό τοπόσημο για τον μικρό οικισμό και το όνομα «Αγνάντι », που της είχε δοθεί, ήταν απόλυτα ταιριαστό.

Το χωριό ήταν κουρνιασμένο κοντά στην κορφή ενός λόφου, με τις μικρές αλλά αρκετά περιποιημένες κατοικίες σε αμφιθεατρική διάταξη. Είχε πολύ καλή προστασία από τους βοριάδες και η θέση του ήταν τέτοια, που οι ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου, αμέσως μετά την ανατολή, άγγιζαν σχεδόν όλα τα σπίτια και πρόσφεραν την ευεργετική τους επίδραση μέχρι αργά, ακόμα και την ώρα που αυτός έδυε πίσω από μια πανέμορφη βουνοσειρά.

Κάποιοι «ψαγμένοι» θεωρούσαν ότι το παλιό όνομα του χωριού έχει τις ρίζες του σε κάποια αρχαία λέξη που σήμαινε «μέρος ηλιόλουστο»· κάποιοι άλλοι όμως, λιγότερο «ελληνοκεντρικοί», υποστήριζαν πως έχει σλαβική προέλευση. Πάντως ήταν αλήθεια, και σ’ αυτό συμφωνούσαν άπαντες, ότι για τις συζητήσεις που διοργάνωναν τα μέλη της παρέας (ας τις πούμε «debates», όπως συνηθίζεται να λέγονται τελευταία), καλύτερη θέση ήταν αυτό το «Αγνάντι», που είχε το πλεονέκτημα της πανοραμικής θέας αλλά και της δροσιάς. Η καλύτερη ώρα ήταν μετά τις εφτά το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε πάρει για τα καλά τον δρόμο προς τη δύση και το ελαφρύ βοριαδάκι έφερνε δροσιά από τον διπλανό λόφο.

Ήταν ώρα ν’ αρχίσουν οι αγορεύσεις των πρόθυμων ομιλητών, καθένας από τους οποίους θεωρούσε καθήκον του να εισφέρει στον διάλογο για το καλό της μικρής κοινωνίας τους. Συνήθεια παλιά, που όμως τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να εξασθενεί. Η δημιουργία της λίμνης είχε διώξει τον κόσμο προς την πρωτεύουσα, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των κατοίκων. Οι συνήθειες, βέβαια, δύσκολα εγκαταλείπονται, καθώς περνούν στο υποσυνείδητο των ανθρώπων ως παράδοση. Οι καλοκαιρινοί μήνες —και ιδιαίτερα ο Αύγουστος, που στο χωριό επιστρέφουν σχεδόν όλοι— είναι η κατάλληλη εποχή για την λειτουργία αυτής της ιδιόρρυθμης «Βουλής», όπου η συμμετοχή είναι ελεύθερη, δεν χρειάζονται ψήφοι και εκλογές, αρκεί να θεωρείς ότι έχεις γνώσεις και να πιστεύεις ότι μπορείς με τις ιδέες σου να αλλάξεις τον ρου της ιστορίας ώστε οι συμπατριώτες σου να σε ευγνωμονούν παντοτινά!

Σήμερα φαίνεται ότι υπάρχει κάποιο σημαντικό θέμα μιας και η ομάδα συγκεντρώθηκε αρκετά νωρίτερα από την συνήθη ώρα και ήδη ο κύριος Παντελής, συνταξιούχος δάσκαλος, έχει πάρει τον λόγο για να απαντήσει στο ερώτημα του Αδάμ, ενός πανέξυπνου μηχανικού, που αυτή την περίοδο εργάζεται στο εξωτερικό. Ο Αδάμ, χιουμορίστας από γεννησιμιού του, υποδαυλίζει τη συζήτηση και όταν αυτή ανάβει κάθεται σιωπηλός και απολαμβάνει.

Ο Παντελής, ο δάσκαλος, επιζητεί την πρωτοκαθεδρία, που έτσι κι αλλιώς τη δικαιούται· πιστεύει ότι ξέρει πιο πολλά γράμματα από τους άλλους· είναι άλλωστε και συγγραφέας. Έχει γράψει δυο βιβλία όπου αποδεικνύει, με ακαταμάχητα (όπως πιστεύει) τεκμήρια, πως το χωριό είναι τόσο παλιό, ώστε κάποιοι εκλεκτοί συμπατριώτες του είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας με αρχιστράτηγο τον Αγαμέμνονα! Μάλιστα, είχαν ενισχύσει τον ελληνικό στόλο με δέκα πλοία ή, όπως με στόμφο έλεγε ο ίδιος, με δέκα «νήες».

Βέβαια, το χωριό δεν ήταν παραθαλάσσιο αλλά δεν έχει σημασία, ήταν παραποτάμιο και συνδεόταν με την θάλασσα. Σε παρατήρηση κάποιου πως αυτό δεν μπορεί να είναι σωστό, τον κατακεραύνωσε με την απάντηση: «Ούτε η Θήβα ούτε ο Ορχομενός είχαν θάλασσα, αγαπητέ μου, αλλά είχαν στόλο...»

Ο δάσκαλος βιαστικά άνοιξε τη συζήτηση με το ερώτημα αν καλώς φτιάχτηκε η τεχνητή λίμνη που απλωνόταν μπροστά τους. Ως συνήθως δεν περίμενε από κάποιον άλλον να απαντήσει, πήρε τον λόγο μόνος του και άρχισε με πάθος να αγορεύει: «Ο Μέγας Αλέξανδρος, αγαπητοί μου, αγαπούσε το νερό. Την πρώτη μάχη εναντίον των Περσών την έδωσε στον ποταμό Γρανικό. Τα ορμητικά νερά του ποταμού έδωσαν την ορμή στον μεγάλο στρατηλάτη να κατατροπώσει τον πολυάριθμο περσικό στρατό». Αφού επί δέκα λεπτά περιέγραψε τη μάχη με τρόπο που θύμιζε ραδιοφωνική μετάδοση ποδοσφαιρικού αγώνα, κατέληξε: «Μεγάλη αξία το νερό, αγαπητοί μου! Συμφωνείς, Αριστείδη;»

«Βεβαίως, βεβαίως!» απάντησε γρήγορα ο Αριστείδης, που πλησιάζει τα εξήντα, καπνίζει μανιωδώς και συνήθως δεν έχει ενεργό ρόλο στις συζητήσεις. Ακούει και απολαμβάνει αλλά για κάποιο περίεργο λόγο οι αγορητές στο τέλος της αγόρευσης επιζητούν από τον Αριστείδη την επιδοκιμασία του.

Ο Αδάμ ζητά από τον Ηλία  να πάρει θέση γιατί, όπως του λέει, «η γνώμη σου είναι βαρύνουσα· εσύ εξάλλου είσαι και ειδικός, έφαγες όλη σου τη ζωή με τα νερά».

Ο Ηλίας, συνταξιούχος υδραυλικός, παρεμβαίνει πάντα σε οποιαδήποτε συζήτηση, έχει άποψη επί παντός επιστητού· όσο για γνώση, δεν την θεωρεί απαραίτητη, η άποψη προέχει. «Το νερό είναι η πηγή της ζωής, αγαπητοί μου, χωρίς νερό δεν υπάρχουμε. Τι ψάχνουν εξάλλου οι διαστημικές αποστολές στον Άρη και στους άλλους πλανήτες; Νερό αναζητούν...» Ο Ηλίας συνέχισε να αγορεύει παθιασμένα για την φύση του ύδατος και στο τέλος έφτασε στους Εβραίους, που ανακάλυψαν τη στάγδην άρδευση και μεταμόρφωσαν την άγονη έρημο σε πλούσιο κάμπο. «Τα Κιμπούτς είναι μεγάλη υπόθεση, έτσι δεν είναι, Αριστείδη;»

Ήταν η τελευταία φράση του Ηλία και αμέσως ήρθε η απάντηση του Αριστείδη: «Βεβαίως, βεβαίως, Ηλία !» και συνέχισε λίγο διστακτικά: «Κιμπούτς... κάτι κομμουνιστικό νομίζω είναι, αλλά άσ’ το τώρα αυτό, πάμε παρακάτω».

«Εσύ, Τζίμη, που έχεις δουλέψει και για την NASA, τι λες;» παρενέβη περιπαικτικά ο Αδάμ.

Ο Τζίμης ο Ελληνοαμερικανός δέχτηκε την πρόκληση και, αφού πρώτα μίλησε για την ομορφιά που απλωνόταν μπροστά του, επισήμανε με στόμφο πως κανείς δεν πρέπει να την αγνοεί. «Οι αρχαίοι Έλληνες, αγαπητοί μου, στο κάλλος έδιναν ιδιαίτερη σημασία. Ακούστε λέξεις που χρησιμοποιούσαν: καλλίκομος, καλλιβλέφαρος, καλλίζωνος, καλλιπλόκαμος, καλλιστράγαλος κόρη, και ονόματα όπως Καλλιόπη, Καλλιρόη, Καλλιπάτειρα, Καλλιστώ, Καλλικράτης». Ο Τζίμης, συνεπαρμένος, μίλησε για τους Δελφούς και τον Παρθενώνα, έφτασε μέχρι τον Θεμιστοκλή και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και, απευθυνόμενος στον Αριστείδη με κατεβασμένο τον τόνο της φωνής, έκανε την τελευταία δήλωση: «Το κάλλος είναι η υπέρτατη ομορφιά και το νερό το υπέρτατο αγαθό! Συμφωνείς, Αριστείδη;»

«Βεβαίως, βεβαίως, Τζίμη!» η απάντηση του Αριστείδη.

Εν τω μεταξύ μια νέα παρουσία προστέθηκε στην παρέα δίνοντας άλλη ώθηση στη συζήτηση. Ο Άγγελος ήταν πρόσωπο της πολιτικής σκηνής με μακρόχρονη δράση, υποψήφιος βουλευτής σε τέσσερις, παρακαλώ, βουλευτικές εκλογές και δύο φορές υποψήφιος δήμαρχος. Ο Άγγελος μπήκε αμέσως στη συζήτηση: «Αγαπητοί μου, χαίρομαι που είμαι εδώ μαζί σας. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι θα κάνω τα πάντα για να δικαιωθείτε. Είμαι έτοιμος να φτάσω μέχρι τις Βρυξέλλες. Τα αντισταθμικά οφέλη από την κατασκευή της λίμνης θα δοθούν στον τόπο και στους κατοίκους, που τόσα έχουν υποφέρει. Είμαι εδώ για σας!». Ο πολιτευτής, έμπειρος στο να μιλάει χωρίς να λέει τίποτα, συνέχισε να φλυαρεί για κανένα δεκάλεπτο, αναγκάζοντας τον δάσκαλο να παρέμβει. Η τελευταία φράση του Άγγελου: «Συμφωνείς, Αριστείδη;»

«Βεβαίως, βεβαίως, και... δεν συμφωνώ!» ήταν η επική απάντηση που έλαβε.

Μάλλον ο Άγγελος δεν άκουσε το ηχηρό «δεν» του Αριστείδη και δεν έδωσε συνέχεια.

Ο Αδάμ ένιωσε ότι όλοι οι αγορητές είχαν ολοκληρώσει και ήρθε η στιγμή για το κλείσιμο. Με προσποιημένη σοβαροφάνεια και με το βλέμμα επικεντρωμένο στον δάσκαλο εξέφρασε τη δική του θέση: «Πολύ ωραία συζήτηση είχαμε, αγαπητοί μου. Έγινε γόνιμος διάλογος. Όλες οι αγορεύσεις ήταν «to the point», όπως λένε και στο χωριό του Τζίμη. Μπράβο! Συμφωνείς, Αριστείδη;»

Δεν πρόλαβε να απαντήσει ο Αριστείδης και ακούστηκε η φωνή του δασκάλου: «Συνελόντι ειπείν, αγαπητοί μου, το έργο αυτό σωστά έγινε· ξεδίψασε ο κόσμος και τώρα που έρχεται η εποχή της λειψυδρίας θα φανεί ακόμη περισσότερο η αξία του. Γι’ ακόμη μια φορά επιτελέσαμε το καθήκον μας προς την πατρίδα, συνεχίζοντας την ένδοξη παράδοση των προγόνων μας! Συμφωνείς, Αριστείδη;»

Ο Αριστείδης δεν απάντησε, είχε αποσυρθεί διαμαρτυρόμενος. «Πρέπει να τηρούνται τα πρωτόκολλα», μουρμούρισε φεύγοντας.

Κ Μπερτσιάς