Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020


 

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ

 ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ 

25.11.1930-30.08.2020

Γιός του γιατρού Αναστασίου Γκελεστάθη και της Ιωάννας Γκελεστάθη το γένος Παπαγεωργίου ο Νίκος Γκελεστάθης γεννήθηκε στη Δεσφίνα Φωκίδος μεσούσης της θητείας του πατέρα του στην Προεδρεία του χωριού μας. Το όμορφο χωριό μας έχει σήμερα μια πολύ μεγάλη πλατεία στο κέντρο του γύρω από την οποία έχει αναπτυχθεί ολόκληρη η κοινωνική και οικονομική ζωή του. Η πλατεία αυτή δημιουργήθηκε ταυτόχρονα με τη γέννηση του Νίκου Γκελεστάθη εν μέσω των θυελλωδών αντιδράσεων που προκάλεσε η απόφαση του πατέρα του για την απαλλοτρίωση μερικών δεκάδων σπιτιών προκειμένου να καταστεί εφικτή η δημιουργία της πλατείας για την ύπαρξη της οποίας είναι σήμερα ευγνώμονες όλοι οι συγχωριανοί μας. Ήταν το πρώτο πολιτικό μάθημα που πήρε ήδη στην κούνια του. Ότι πολιτική σημαίνει να τολμάς να γίνεσαι πρόσκαιρα δυσάρεστος για να γίνεσαι μακροπρόθεσμα ωφέλιμος. Με τη λήξη της θητείας του πατέρα του η οικογένεια η οποία αποτελείτο ακόμη από τα αδέρφια του Ελένη, Αθανάσιο, Αικατερίνη, Γεώργιο και Μαρία μετακόμισε στην Αθήνα όπου και παρέμεινε μέχρι το 1940. Εκεί παρακολούθησε τις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Με την κήρυξη του πολέμου η οικογένεια μετακόμισε και πάλι στο χωριό μας για να αντιμετωπίσει προσφορότερα την πείνα και τις κακουχίες. Είναι τα χρόνια κατά τα οποία μαζί με τον αδερφό του Γεώργιο προκειμένου να συνεχίσουν το σχολείο ξεκινούσαν κάθε Δευτέρα πρωί από τη Δεσφίνα περπατούσαν τρεις ώρες μέχρι την Άμφισσα και φιλοξενούνταν σε συγγενικό σπίτι μέχρι το μεσημέρι του Σαββάτου όταν και έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής στη Δεσφίνα που όμως ήταν ανηφορικός και η ανάβασή του χρειαζόταν τρεισήμισι ώρες. Είναι λογικό ότι αυτή η γενιά με αυτά τα βιώματα στην πορεία δεν πτοήθηκε από καμία αντιξοότητα, αντιπαρερχόταν κάθε εμπόδιο και ατένιζε πάντοτε αισιόδοξα τη ζωή. Με το τέλος του πολέμου ήρθε μια ακόμη αλλαγή. Η οικογένεια μετακόμισε εκ νέου στην Αθήνα και εκεί ο Νίκος Γκελεστάθης παρακολούθησε τις τέσσερις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου. Στη συνέχεια φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών και αμέσως μετά υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό.

Η περίοδος που ακολούθησε ήταν πολύ παραγωγική καθώς μετά από ένα πέρασμα από το δικηγορικό γραφείο του Εμμανουήλ Μενεγάκη όπου πήρε το βάπτισμα του πυρός, εργάστηκε ως νομικός σύμβουλος μεγάλων εταιρειών της εποχής όπως της Αλβέρτης Δημόπουλος και της Μονυάλ. Εξελίχθηκε σε πολύτιμο συνεργάτη τους και παράλληλα δημιουργήθηκε ο ίδιος – επαγγελματικά, κοινωνικά, οικονομικά. Εργασιομανής, ικανός και αποτελεσματικός από τότε θυμούνται οι συνεργάτες του της περιόδου εκείνης. Κύριος, ευγενής και γενναιόδωρος διηγούνται οι φίλοι του της νυχτερινής διασκέδασης η οποία πάντοτε διεπόταν από την ευπρέπεια και την αρχοντιά της εποχής. Το μικρόβιο ωστόσο της πολιτικής τον είχε ήδη προσβάλει και παρασκηνιακά βρισκόταν συνεχώς στο πλευρό του αδερφού του Αθανασίου, Βουλευτή Φωκίδος. 

Ο ίδιος εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής Φωκίδος το 1981 διαδεχόμενος τον αδερφό του Αθανάσιο και έκτοτε δεν έχασε σε καμία εκλογική αναμέτρηση. Οι συμπολίτες του τον τίμησαν με την ψήφο τους το 1985, τον Ιούνιο του 1989, τον Νοέμβριο του 1989, το 1990, το 1993, το 1996 και το 2000 οπότε και αποφάσισε να μην ξαναθέσει υποψηφιότητα καίτοι η επανεκλογή του σε ενδεχόμενη νέα κάθοδό του το 2004 ήταν εξασφαλισμένη. Αν ισχύει αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή ο μεγάλος πολιτικός οφείλει να ξέρει πότε πρέπει να αποσυρθεί τότε η οικειοθελής αποχώρηση του Νίκου Γκελεστάθη από την ενεργό πολιτική υπήρξε άλλο ένα δείγμα του πολιτικού του μεγέθους. Για την ιστορία θέλω να σημειώσω ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1981 - 2004 στη δεύτερη έδρα του Νομού – τότε ο Νομός Φωκίδος ήταν διεδρικός – εναλλάχθηκαν εκπροσωπώντας το ΠΑΣΟΚ τέσσερα πρόσωπα προκειμένου να καταδείξω ότι η εδραίωση ενός Βουλευτή σε ένα μικρό Νομό στον οποίο όλοι τον γνωρίζουν με το μικρό του όνομα και όλους τους γνωρίζει με το μικρό τους όνομα μόνο απλή υπόθεση δεν είναι. Ο Νίκος Γκελεστάθης όμως όχι απλώς εδραιώθηκε αλλά κυριάρχησε πολιτικά στο Νομό εκπροσωπώντας την παράταξή μας. Και πώς να μην κυριαρχήσει; Ακάματα συνεπής, δεν έλειψε είκοσι τρία χρόνια ούτε από μία εθνική ή θρησκευτική εορτή της περιοχής, ούτε από μία κομματική εκδήλωση του Νομού, ούτε από μία οικογενειακή στιγμή χαράς ή λύπης φίλου του. Η δε ετήσια αυγουστιάτικη περιοδεία του κατά τη διάρκεια της οποίας επισκεπτόταν κάθε χωριό προκειμένου να εκφωνήσει λόγο στην πλατεία και στη συνέχεια να συνομιλήσει κατ’ ιδίαν με όποιον το επιθυμούσε έχει μείνει στην ιστορία κυρίως γιατί κανείς μας δεν είχε το κουράγιο να την ακολουθήσει από την αρχή μέχρι το τέλος. Υπήρξε πάντοτε παρών σε κάθε μικρότερο ή μεγαλύτερο προσωπικό πρόβλημα κάθε συμπατριώτη του που προσέφευγε σε εκείνον για βοήθεια και ευεργέτησε όποιον μπορούσε χωρίς ποτέ να αξιώνει την εκλογική εξαργύρωση της ευεργεσίας αυτής. Κυρίως όμως υπήρξε παρών στο δια ταύτα του Νομού. Όταν η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε την Κυβέρνηση, φρόντισε κατειλημμένος από πραγματική αγωνία και ευρισκόμενος σε στενή συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση πρώτου και δευτέρου βαθμού να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα απορρόφησης εθνικών και κοινοτικών πόρων για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής στο Νομό. Και πράγματι επί ημερών του η Φωκίδα ασφαλτοστρώθηκε από τη μία ως την άλλη άκρη, δημιουργήθηκαν υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και βιολογικοί καθαρισμοί,  κατασκευάστηκαν σχολικές μονάδες, γυμναστήρια και κολυμβητήρια, χτίστηκαν εργατικές κατοικίες, επεκτάθηκε το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, ιδρύθηκαν αστυνομικές και πυροσβεστικές υπηρεσίες. Σαν παιδάκι τον θυμάμαι να κόβει διαρκώς κορδέλες.  

Η πολιτική δράση του Νίκου Γκελεστάθη ωστόσο δεν περιορίστηκε στα όρια της εκλογικής του περιφέρειας. Η παρουσία του στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας ήταν καθημερινή. Όργωσε όλη την επικράτεια διαδίδοντας τις ιδέες της παράταξής μας. Κυρίως όμως έδωσε κοινοβουλευτικές μάχες καθώς θεωρούσε ότι η Βουλή είναι ο φυσικός και ο βασικός χώρος δράσης κάθε Βουλευτή. Η βαθιά γνώση της πολιτικής ιστορίας της πατρίδας μας και η άριστη ιδεολογική του συγκρότηση τον όπλιζαν με όρεξη να αγωνιστεί για τις αξίες του και να παλέψει για τα ιδανικά του. Υπηρέτησε τη Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Ευάγγελου Αβέρωφ δίπλα στον οποίο ανδρώθηκε πολιτικά τα σκληρά και έντονα χρόνια των μπλε και πράσινων καφενείων, υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τον οποίο συνδέθηκε άρρηκτα τόσο πολιτικά όσο και φιλικά και αργότερα υπό την ηγεσία του Μιλτιάδη Έβερτ και του Κωνσταντίνου Καραμανλή. 

Χωρίς αμφιβολία απόγειο της πολιτικής του σταδιοδρομίας υπήρξε η υπουργοποίησή του αρχικά στην Κυβέρνηση Τζαννή Τζαννετάκη στην οποία διετέλεσε Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών και στη συνέχεια στην Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην οποία διετέλεσε ένα διάστημα Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών και ένα διάστημα Υπουργός Δημοσίας Τάξεως.

Η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη χαρακτηρίστηκε Κυβέρνηση μπροστά από την εποχή της. Και πιστεύω ότι αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της υπηρέτησε και ο Νίκος Γκελεστάθης τιμώντας την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε ο τότε Πρωθυπουργός. 

Ο όγκος του έργου του στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών αποδεικνύεται από τον αριθμό των νομοσχεδίων που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του. Όντας πολιτικός προϊστάμενος σχεδόν όλων των ΔΕΚΟ του Ελληνικού Δημοσίου εργάστηκε με στόχο το πέρασμα των υποδομών της χώρας στη νέα εποχή με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ότι επί των ημερών του δόθηκαν οι πρώτες άδειες κινητής τηλεφωνίας ενώ ταυτόχρονα εργάστηκε με γνώμονα τη χρηστή διαχείριση του κρατικού χρήματος με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ότι επί των ημερών  του έσπασε τη μέχρι τότε παράδοση και δεν  προχώρησε ούτε σε μια πρόσληψη στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Εμβληματικότερη ίσως όμως στιγμή της παραμονής του στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών υπήρξε η υλοποίηση της πρώτης ιδιωτικοποίησης στην μεταπολιτευτική μας ιστορία αυτής των αστικών λεωφορείων η οποία δαιμονοποιήθηκε και πολεμήθηκε λυσσαλέα από την τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση και ανετράπη από αυτήν όταν στη συνέχεια ανέλαβε και πάλι την  Κυβέρνηση. Ο σπόρος όμως είχε μπει. Η κοινωνία είχε καταλάβει ότι υπήρχε κι άλλος δρόμος. Πριν μεταπηδήσει στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως φρόντισε να ονοματοδοτήσει όλα τα αεροδρόμια της χώρας προκειμένου να ονομαστεί και το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης αεροδρόμιο Μακεδονία και έτσι να κατοχυρωθεί η χρήση του ονόματος από τη χώρα μας ώστε οι βόρειοι γείτονές της να μην έχουν τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσουν σε δικό τους αεροδρόμιο. Άλλο ένα δείγμα διορατικότητας και πατριωτισμού. 

Στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως άφησε επίσης έντονο το στίγμα του. Ορισμένοι τον χαρακτήρισαν αυστηρό. Αν υπήρξε αυστηρός όμως ήταν γιατί πίστευε βαθιά στην αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και σεβόταν απεριόριστα τον Έλληνα Αστυνομικό. Ήθελε λοιπόν να βλέπει την Αστυνομία να ανταποκρίνεται πάντοτε στο ρόλο της και να καμαρώνει τον Αστυνομικό να αίρεται πάντοτε στο ύψος των περιστάσεων. Άλλωστε τα πεπραγμένα του είναι από μόνα τους δηλωτικά των προθέσεών του τόσο απέναντι στο Σώμα όσο και απέναντι στον εργαζόμενο, για δε τον τελευταίο αναφέρω ενδεικτικά ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του διορίστηκαν οι χήρες των φονευθέντων Αστυνομικών ως μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου και θεσμοθετήθηκε η κατάταξη στην Αστυνομία τέκνων εν ενεργεία, συνταξιούχων ή θανόντων Αστυνομικών σε ποσοστό 12% επί του συνόλου των εκάστοτε κατατασσόμενων.

Από την υπουργική θητεία του Νίκου Γκελεστάθη και στα δύο Υπουργεία αξίζει τέλος να μνημονευθεί το γεγονός ότι είχε καθιερώσει μία ημέρα της εβδομάδος κατά την οποία δεχόταν τους πολίτες χωρίς ραντεβού στο γραφείο του. Σεμνός και προσηνής ακόμη και όταν κατέλαβε τα ανώτατα αξιώματα, τα υπηρέτησε για τις ανάγκες της κοινωνίας, με απόλυτη επίγνωση της παροδικότητάς τους.  

Το τέλος της ενεργού ενασχόλησης του με τα δημόσια πράγματα δε σήμανε και το τέλος της πραγματικής ενασχόλησής του με αυτά. Μέχρι προσφάτως συμμετείχε στα κοινά της Φωκίδας αλλά και στα δρώμενα της Νέας Δημοκρατίας σαν να μη είχε φύγει ποτέ από την ενέργεια. Και μέχρι το τέλος ανταποκρινόταν σε όποιον του απευθυνόταν. Η μόνιμη επωδός του ήταν «ο κόσμος με τίμησε 8 φορές με την ψήφο του, τώρα που δεν την έχω πλέον ανάγκη να του γυρίσω την πλάτη;». Στην πραγματικότητα όμως νομίζω ότι δεν ήταν το αίσθημα φιλότιμου που τον κινητοποιούσε αλλά το γεγονός ότι δέθηκε βιωματικά με τον κόσμο και ο κόσμος δέθηκε βιωματικά μαζί του.    

Συμπερασματικά στην πολιτική του διαδρομή υπήρξε τίμιος, προσηλωμένος στο καθήκον, μαχητικός, πιστός στις αρχές του, υπέρμαχος των ιδεών του όχι όμως δογματικός – απόδειξη οι φιλίες του με πολιτικούς και μη προερχόμενους από άλλους ιδεολογικούς χώρους, αυστηρός πρώτα με τον εαυτό του και μετά με τους συνεργάτες του με τους οποίους όμως ήταν ταυτόχρονα και πατρικά δοτικός, ακέραιος, άνθρωπος του αποτελέσματος και όχι της θεωρίας, άξιος.   

Σε προσωπικό επίπεδο στάθηκε τυχερός να γνωρίσει τη μητέρα μου, δικηγόρο Άννα Τσαγκόγιωργα αλλά και η μητέρα μου στάθηκε τυχερή να γνωρίσει εκείνον. Παντρεύτηκαν και έζησαν μαζί μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος τρέφοντας αισθήματα αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης. Υπήρξαν υποδειγματικό ζευγάρι. Υποστήριξαν ο ένας τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες του άλλου και συνδέθηκαν άρρηκτα στο πέρασμα του χρόνου.  

Ο Νίκος Γκελεστάθης είχε τέλος και μία ακόμη ιδιότητα αυτή του πατέρα. Το να γεννηθώ κόρη του υπήρξε η μεγαλύτερη ευλογία της ζωής μου. Με δίδαξε όχι με τα λόγια του αλλά με το παράδειγμά του. Του οφείλω ότι είμαι σήμερα. Θα είναι για πάντα το απόλυτο πρότυπό μου.

Όλη του τη ζωή υπήρξε επιβλητικά δυνατός. Τώρα λοιπόν μοιάζει απίστευτο ότι πρέπει να ευχηθώ: Πατέρα μου να είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.

Ιωάννα Γκελεστάθη 



Ένας Δωριέας σώζει την τιμή των όπλων

 Πληγή : fthiotikos tymfristos  

Αθανάσιος Τσαλτάκης

Αθανάσιος  Τσαλτάκης

[Του Γεωργίου Καλλιώρα]

Ο Αθανάσιος Τσαλτάκης  γεννήθηκε το 1847 η το 1850 στο χωριό Ζωριανός του δήμου Κροκυλείου του νομού Φωκίδος. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό στρατό σαν εθελοντής και την 1-8-1872 έγινε δεκανέας. Κάποιοι  Το 1877 πήρε τον βαθμό του λοχία , το 1881 του Ανθυπασπιστού το 1882 του ανθυπολοχαγού, το 1890 του υπολοχαγού και το 1895 Λοχαγός Β’ τάξεως. ερευνητές γράφουν ότι φοίτησε στην σχολή Ευελπίδων.  Πόλεμος του 1897 το βρήκε να υπηρετεί την πατρίδα του στην παραμεθόρια τότε πόλη της Λαμίας.
Μετά τις πρώτες μάχες ανάμεσα στα Ελληνικά και τουρκικά στρατεύματα στον πόλεμο του 1897 ο ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί ατάκτως προς την Λαμία. Ο Τούρκικος στρατός ξεκίνησε να προελαύνει ανενόχλητος από τον Δομοκό προς τα στενά του Δερβέν Φούρκα με σκοπό να καταλάβει την Λαμία.

Χαρακτηριστικό της άνετης προέλασης του Τούρκικου στρατού μετά τις μάχες στο Δραχμάναγα και στο Δερβέν Φούρκα είναι η απάντηση που πήρε ο Τούρκος στρατηγός Χακί Πασάς από το γενικό Στρατηγείο στην αναφορά που είχε στείλει την προηγούμενη ημέρα. «Ο Δομοκός και η Δερβέν Φούρκα  ευρίσκονται ήδη εις χείρας ειμών, η ανακωχή δεν θα βραδύνει πολύ κατά τα φαινόμενα, ως εκ τούτου ανάγκη να προελάσητε μέχρι Λαμίας προ συνομολογήσεως ταύτης».

Την ίδια ημέρα η εμπροσθοφυλακή του Ετέμ Πασά, αποτελούμενη από άτακτους Τουρκαλβανούς, πλιατσικολόγους ,έφτασε στα αντερείσματα της Παλιοκούλιας, της Καμηλόβρυσης, και της Ταράτσας έξω από την Λαμία.

Οι Έλληνες προσπάθησαν να οργανώσουν μια πρόχειρη αντικατάσταση στις Θερμοπύλες και στα Δυο Βουνά.  Για αυτόν τον σκοπό ο Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Σμολένσκη κλήθηκε από τον Αλμυρό με διαταγή να κρατήσει το πέρασμα των Θερμοπυλών.  Ο πόλεμος ώμος σταμάτησε στην Όθρυ αφού ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ διέταξε ανακωχή στις 7 Μαΐου μετά από προτροπή του Τσάρου της Ρωσίας Νικολάου Β’, συγγενή από μητέρα του Βασιλιά Γεωργίου Β’ της Ελλάδος.

Ας δούμε τι αναφέρει στα απομνημονεύματα του ο Υποστράτηγος Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν ο οποίος έλαβε μέρος στην μάχη του Δομοκού. «Όλος ο στρατός από τον Δομοκό υποχωρούσε μέσω της μόνης διάβασης που υπήρχε του Δερβέν Φούρκα.  Εκεί το γενικό επιτελείο θα έπρεπε να είχε δώσει εντολή για άμυνα στην στενωπό του Δερβέν Φούρκα. Ο Διάδοχος με το επιτελείο του όταν έφτασε στην Λαμία έπρεπε να δώσει εντολή να συγκεντρωθεί όλος ο στρατός στην βόρεια πλευρά της στενωπού και να οργανωθεί η άμυνα εναντίων του Τουρκικού στρατού. Ο ελληνικός στρατός μόλις μπήκε στην στενωπό ηταν κουρασμένος και νηστικός, μη έχοντας καμία εντολή από το Γενικό επιτελείο, άλλοι το έριξαν στον ύπνο και άλλοι έψαχναν για φαγητό. Ο Διοικών μέραρχος Μακρής δεν σκέφτηκε καν να καταλάβει την βόρεια έξοδο της στενωπού όπου υπήρχαν μικροί λόφοι κλείνοντας της με μικρό τμήμα στρατού για να βλέπει από μακριά τον εχθρό αν αυτός έρχονταν από τον Δομοκό για να φυλάξει τον ελληνικό στρατό από τον αιφνιδιασμό. Επίσης ο αρχηγός του πυροβολικού Ζορμπάς είχε λάβει ήδη από την αναχώρηση από τον Δομοκό να καταλάβει με το πυροβολικό τις βόρειες αντηρίδες της Όθρυος  για να επιβραδύνει την πορεία του καταδιώκοντος εχθρού. Ο Ζορμπάς δεν εξετύλισσε αυτή την διαταγή που είχε σαν αποτέλεσμα ο εχθρός να φτάσει στην βόρεια είσοδο και να καταλάβει ανενόχλητος τους γύρω λόφους χωρείς να τους αντιληφτεί ο ελληνικός στρατός .  

Όταν ο εχθρός έφτασε στην βόρεια έξοδο της στενωπού κατέλαβε όλους τους λόφους χωρίς ο ελληνικός στρατός που βρίσκονταν μέσα στην στενωπό να το αντιλήφθη.
 Όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες οβίδες είναι αδύνατον να περιγράφει το τι έγινε στο ελληνικό σώμα. Όλοι άρχισαν να τρέχουν προς την νότια έξοδο της στενωπού για να σωθούν . 
Το πεδινό πυροβολικό πήρε την εντολή να αντεπιτεθεί, αλλά και εκεί είχε μείνει μόνο μια πυροβολαρχία για να πολεμήσει τον εχθρό». Συνεχίζοντας ο Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν γράφει ότι η τελευταία μάχη δόθηκε στην Ταράτσα βόρεια της Λαμίας. Εδώ ο Αλέξανδρος Μαζαράκης Αινιάν αναφέρετε στην μάχη που έδωσε ο Λοχαγός Αθανάσιος Τσαλτάκης με τους στρατιώτες του.

Στις 7 Μάιου του 1897 και εν μέσω πανηγυρικής προέλασης του τούρκικου στρατού και του πανικού, χάους και απελπισίας   που επικρατούσε στις τάξεις του ελληνικού στρατού, σε μια πράξη ηρωισμού και αυτοθυσίας ο Λοχαγός  Τσαλτάκης με ένα μικρό τμήμα ρουμελιωτών ευζώνων  οχυρώθηκε στα υψώματα της Καμηλόβρυσης και της Ταράτσας, βόρεια της Λαμίας, στις πλαγιές της Όθρυς. Προσπάθησε να καθυστερήσει την τούρκικη προέλαση, αν και γνώριζε ότι αυτή η απόφαση του ήταν πολύ  ριψοκίνδυνη. Στόχος και ελπίδα του Αθανασίου Τσαλτάκη  ήταν η ανασύνταξη των ελληνικών δυνάμεων και η σωτηρία της Λαμίας . Πράγματι με την αυταπάρνηση και τον δικό του  ηρωισμό και των στρατιωτών του επιβραδύνθηκε η τούρκικη προέλαση και όπως αναφέραμε παραπάνω δόθηκε χρόνος στην διπλωματία ώστε να συμφωνηθεί ανακωχή με πρωτοβουλία του τσάρου Νικολάου.

Ο Αθανάσιος Τσαλτάκης όμως και οι στρατιώτες του στην προσπάθεια τους να σταματήσουν την Τούρκικη προέλαση  έχασαν την ζωή τους αλλά κατάφεραν και έσωσαν την Λαμία από την τουρκική εισβολή.

Σκληρές μάχες θα πρέπει να έγιναν και στο Λαγοβούνι στην νότια έξοδο του Δερβέν Φούρκα.  Ο φίλος μου Γιάννης Τσίτσιος, κάτοικος της περιοχής μου έλεγε ότι σαν παιδί γύρω και πάνω από το Λαγοβούνι έβρισκαν χιλιάδες κάλυκες από σφαίρες. Πιθανών σε αυτό το σημείο θα πρέπει να έγινε η συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στον Νομάρχη Φθιωτιδοφωκίδος Κωνσταντίνο Έσλιν και τον Σεϊφουλάχ Πασά.

Ο  Νομάρχης Φθιωτιδοφωκίδος Κωνσταντίνος Έσλιν μαζί με τον Λοχαγό Γεώργιος Χατζηανέστη, πάνω σε μια άμαξα με λευκή σημαία πέρασε  μέσα από τις Οθωμανικές γραμμές και ανάμεσα σε πυκνούς πυροβολισμούς και καπνούς πήγε στο Οθωμανικό στρατηγείο της εμπροσθοφυλακής του Σεϊφουλάχ Πασά. Εκεί του επέδωσε ανεπίσημο τηλεγράφημα για την ανακωχή των εχθροπραξιών. Η πράξη του Κωνσταντίνου Έσλιν κατεύνασε τα πνεύματα και έδωσε χρόνο ώσπου να φτάσει η επίσημη ενημέρωση για την ανακωχή του πολέμου.

Κάποια χρόνια αργότερα η πατρίδα αναγνωρίζοντας την σημασία της αυτοθυσίας του Αθανασίου Τσαλτάκη και των αντρών του έστησε  μνημείο πεσόντων στην θέση Καμηλόβρυση. Επίσης  δόθηκε το όνομα του σε ένα στρατόπεδο στην ανατολική πλευρά της Λαμίας .  Στην μνήμη αυτού και των συναγωνιστών του κάθε χρόνο στις αρχές του Μαΐου τελούνται εκδηλώσεις και επιμνημόσυνη δέηση στο κενοτάφιο της Αγίας Παρασκευής.

Το εγκαταλειμμένο μνημείο που κτίστηκε προς τιμήν το Αθανασίου Τσαλτάκη υπάρχει ακόμη σήμερα στην δρόμο Λαμίας- Δομοκού.  Στο μνημείο υπάρχουν δυο πλάκες με τα ονόματα των πεσόντων στην μάχη. Στην πρώτη πλάκα αναφέρονται  τα ονόματα τεσσάρων αγωνιστών.

1897
Τσαλτάκης Αθανάσιος Λοχαγός, Αναγνωστίδης Λοχίας, Καβαλάρης Κωνσταντίνος στρατιώτης, Κόκκινος Ιωάννης Στρατιώτης.
Μια δεύτερη μικρότερη μαρμάρινη πλάκα αναγράφει τον συγκεντρωτικό πίνακα των πεσόντων στην μάχη της Ταράτσας. 

Ονόματα φονευθέντων Εις Καμηλόβρυση Ταράτσης 1897
Λοχαγός Τσαλτάκης Αθανάσιος, Λοχίας Αναγνωστίδης Μ. , Κόκκινος Δ Δεκανέας, Γεωργιάδης Δ. , Δουζένης Κ. Στρατιώτης, Σιούτας Σεμ. , Δραγουμάνος Δ. , Δελησεκλιόπουλος Σ, Δρογάτσης Σ., Ηρακλής Γ. , Λεβεντούδης Αν. , Καβαλάρης Κ., Μπιμπίκος Λ. , Μπιρμίλης Μ. , Μητσογιάννης Χρήστος , Σοφίας ? , Πραστάρας ? , Σβόλος Π., Δαπάνδης?.
Φαίνεται πως υπογράφει ο Ν. Σιούτας ανάπηρος πολέμου Λαμία.
Απ ότι καταλαβαίνουμε στην μαρμάρινη πλάκα που κατασκευάστηκε πρώτη, άγνωστο για ποιον λόγο ηταν αναρτημένα μόνο τέσσερα ονόματα από τους πεσόντες της Καμηλόβρυσης. Πιθανών ο Ν. Σιούτας ανάπηρος πολέμου από την Λαμία, ίσως στην μνήμη του  Σεμ. Σιούτα που έπεσε αγωνιζόμενος μαζί με τους υπόλοιπους μαχητές στην Καμηλόβρυση δημιούργησε και δεύτερη πλάκα αναγράφοντας όλους τους πεσόντες.

    Πηγή:fthiotikos-tymfristos.blogspot.com

                                                    Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2020

Χαιρετισμός αναχωρησάντων

 


Το Σάββατο 5 /9/2020 το χωριό μας έχασε τον τελευταίο του στυλοβάτη. Ο μπάρμπα Γιάννης , που όλοι μας τον ξέραμε ως Κανόνια, δεν είναι πλέον μαζί μας. Ο Γιάννης ο Καραμπέτσος είχε μπει εδώ και δυο χρόνια στην ένατη δεκαετία της ζωής του.  Έφυγε ήσυχα για το  ταξίδι χωρίς επιστροφή από το σπίτι  του στο χωριό, όπου ζούσε μόνιμα  με την γυναίκα του την Γεωργία και τον γιο του τον Κώστα. 

Ήταν μια εμβληματική παρουσία για το χωριό μας , ιδιαίτερα αγαπητός και φίλος με όλους τους χωριανούς γιαυτό και η θλίψη είναι μεγάλη .  

Είχε διατελέσει για πολλά χρόνια πρόεδρος της κοινότητας και η προσφορά του στα κοινά ήταν μεγάλη . 

Για πολλά χρόνια κρατούσε ζωντανό το χωριό με το μαγαζί του στην πλατεία του άγιου  Δημητρίου . Όλοι μας έχουμε ωραίες αναμνήσεις από  τα πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου  και τα υπέροχα γλέντια στο μαγαζι του και πάμπολλες ευχάριστες σκηνές με τον μπάρμπα Γιάννη πρωταγωνιστή .

Αγαπούσε υπερβολικά το κυνήγι και ήταν δεινός κυνηγός . 

Ήταν ο τελευταίος της μεγάλης λουτσοβιώτικης κυνηγετικοπαρέας .

Φαντάζομαι ότι ήδη εκεί  ψηλά θα έχουν κάνει την πρώτη σύναξη καλωσορίσματος  όλη η παλιοπαρέα, από τον τον Θανάση τον Λούτσοβο (Ζεμπιρίνη),τον Τόλια (Απόστολος Κοράκης)  μέχρι τους νεότερους, τον Γιάννη τον Καραμπέτσο, τον Καλμαντή, τον Καραδήμα τον Παναγιώτη, τον Καράγιαννη, τον Μπερτσιά, τον Κρανιά και όλους τους άλλους που είχαν φύγει νωρίτερα  και θα αναπολούν τις εξορμήσεις τους στην Τριμόνα και στο Διάσελο για φάσες, στο Ξινόγαλο, στην Σκεύα και στην Κερασιά για λαγούς και στο Μόρνο για παπιά.

 Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια του και να είμαστε καλά και να τον μνημονεύουμε

 

 

 

 



 

 







Κυριακή, 16 Αυγούστου 2020

Το τελευταίο πανηγύρι ή Απολείπειν ο θεός Αντώνιον..

 Η Αγία Μονή, μια παμπάλαια εκκλησία, αλειτούργητη εδώ και σαράντα πέντε χρόνια, στο βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου στον κάμπο του χωριού Κόκκινος (Λούτσοβος), δίπλα στις όχθες του ποταμού ακριβώς απέναντι από το Αβορόρεμα. Γιόρταζε κάθε χρόνο στις είκοσι τρεις Αυγούστου.-

Απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο: "θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις ".

 Προσκύνημα στην Αγία Μονή.

 

Η Αγία Μονή είναι ακριβώς μπροστά μας  σε απόσταση εξακοσίων περίπου  μέτρων. Δεν φαίνεται από το πτηνοτροφείο του Μήτσου γιατί κρύβεται πίσω από την απόληξη ενός μικρού πυκνόφυτου γεώλοφου που ξεκινά λίγο ψηλότερα, στα βορειοανατολικά, παράλληλα σχεδόν με τον αμαξιτό δρόμο Λιδωρικίου - Ναυπάκτου.

Αυτός ο λόφος φέρει το όνομα Λίθος γιατί, ενώ όλη η έκτασή του είναι χωμάτινη, στο κέντρο του και λίγο πιο ψηλά υπάρχει ένας μεγάλος βράχος που φαίνεται από όλη σχεδόν την κοιλάδα. Άγνωστο ποιος φύτεψε αυτό το λιθάρι.  Είναι από τα περίεργα της φύσης που οι άνθρωποι αδυνατούν να εξηγήσουν και προσφεύγουν στους μύθους. Μπορεί να είναι κάποιο απομεινάρι της μεγάλης Τιτανομαχίας, της μάχης δηλαδή, όπως λέει η ελληνική μυθολογία, μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων θεών, ποιος να ξέρει; Ίσως να είναι κάποια λοξοδρομημένη πέτρινη ρουκέτα που οι Τιτάνες έστειλαν ενάντια στον Δία... Συμβαίνει και στις μέρες μας με τα πυραυλοκίνητα βλήματα...

 

Κοντά στον λίθο υπήρχε ένα μεγαλούτσικο ξέφωτο όπου ο Χαράλαμπος είχε λιγοστά χωράφια και μια καλύβα με ένα στάβλο-μαντρί για τις ανάγκες ενός μικρού κοπαδιού αιγοπροβάτων.  Ο Χαράλαμπος είχε καταγωγή από το απέναντι χωριό, τον Άβορο και ήταν σώγαμπρος εδώ. Πολυφαμελίτης και πολύ καλός άνθρωπος, με μια υπέροχη οικογένεια, λογιζόταν, παρόλο που ήταν στις παρυφές του κάμπου, μέλος της μικρής κοινότητας της κοιλάδας. 

Με τον παππού μου είχαν άριστες σχέσεις και πολλές φορές τα έλεγαν όταν συναντιόντουσαν με τα κοπάδια τους. Σε κάποιες συζητήσεις ήμουν παρών και τις θυμάμαι με νοσταλγία. Και τι δεν κουβέντιαζαν! ιστορίες του πολέμου, ιστορίες της Αμερικής, ιστορίες από την κατοχή, για την ζωή ανθρώπων που δεν ζούσαν αλλά είχαν αφήσει έντονο το αποτύπωμα τους. 

Άκουγα και δεν χόρταινε τις ωραίες αφηγήσεις και η φαντασία με ταξίδευε σε χρόνους αλλοτινούς και σε μέρη μακρινά...

«Φτάσαμε», ακούγεται η φωνή του Ματσόλα,  που διέκοψε τη αναπόλησή μου στου Χαράλαμπου τα χρόνια και τα μέρη.

Μπροστά μας και δεξιά, στο πλάτωμα ενός μικρού λόφου, ξεχωρίζει η σκεπή της εκκλησίας και παραδίπλα,  πίσω από δυο τρεις βελανιδιές κάποιοι ρημαγμένοι τοίχοι.

 

Βγαίνουμε από τον δρόμο και παίρνουμε το ανηφορικό μονοπάτι.  Σε πέντε λεπτά φτάνουμε στο πλάτωμα και το πρώτο που αντικρίζουμε είναι κάποιες παλιές κολόνες και δυο μισογκρεμισμένους τοίχους. 

Στο βάθος, προς τα βόρεια, είναι χτισμένη μια μικρή εκκλησία. Σε όλο το χώρο βρίσκονται διάσπαρτες παλιές πελεκημένες πέτρες και σπασμένες μαρμάρινες και λίθινες κολόνες. Ανοίξαμε την πόρτα της εκκλησίας. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και λίγο χαμηλότερα, σχεδόν ένα σκαλί, από την βάση της πόρτας. Οι τοίχοι με πέτρες και άλλα υλικά, κυρίως κεραμικά, προερχόμενα μάλλον από παλιότερα οικοδομήματα, χαμηλοτάβανη και με ένα λιτό τέμπλο με λίγες παμπάλαιες εικόνες. Παρά  την έλλειψη πλούσιου διακόσμου και φανταχτερών εκκλησιαστικών κειμηλίων, ο χώρος εκπέμπει μια γαλήνη που ηρεμεί την ψυχή των προσκυνητών. Αυτή την ηρεμία και την γαλήνη την αισθάνεσαι και στον εξωτερικό περίβολο.

 

Προσκυνήσαμε τις παμπάλαιες εικόνες και θελήσαμε να ανάψουμε ένα κερί και τα δυο καντήλια που κρέμονταν  αριστερά και δεξιά του τέμπλου, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε φωτιά, το κουτί με τα σπίρτα ήταν άδειο. Αφήσαμε οφειλόμενα από το τελευταίο προσκύνημα, το κεράκι ακόμη το χρωστάμε στην Παναγιά μας, την προστάτιδα της Κοιλάδας. Τα νερά της λίμνης δεν επιτρέπουν τη διαγραφή της οφειλής.

 

Βγήκαμε έξω και καθίσαμε στις αρχαίες πέτρες, κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Από εδώ βλέπαμε όλη σχεδόν την κοιλάδα. Αγναντεύαμε την κοίτη του ποταμιού, που αυτή την εποχή είχε λιγοστό νερό, από το Στενό και το Κάστρο του Βελούχοβου στα ψηλά μέχρι την συμβολή του με το Αβορόρεμα.

 

«Ελάτε εδώ», μας φωνάζει ο Κώστας, «αυτή η μαρμάρινη πλάκα έχει κάποια επιγραφή στα λατινικά».

Πήγαμε κοντά και είδαμε πράγματι την λατινική επιγραφή.

«Να, και αυτή εδώ η κολόνα έχει λατινικά», ακούμε τον Νίκο, που έψαχνε μέσα σε κάποια ερείπια που έμοιαζαν με ιερό εκκλησίας.

«Τόσα χρόνια ερχόμασταν εδώ στο πανηγύρι, στις 23 Αυγούστου, και ποτέ δεν είχαμε προσέξει τις λατινικές επιγραφές», μας λέει ο Ματσόλα.

Στο πανηγύρι μόνο επιγραφές δεν κοιτάζαμε, είχε τόσα αλλά ενδιαφέροντα...

«Εγώ θυμάμαι κάποιον, πριν πέντε έξι χρόνια, που ήρθε στο Χάνι και μας είπε πως είναι αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο και ζήτησε να του ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό. Πιάσανε την κουβέντα με τον πατέρα μου και έλεγε πως καταγράφει παλιά μοναστήρια και  έτσι είχε έρθει κι εδώ στην Αγία Μονή. Επίσης, είπε πως όταν η περιοχή είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς ή τους Φράγκους, εδώ λειτουργούσε καθολικό μοναστήρι.»

 

«Έτσι εξηγείται, Κώστα, γιατί υπάρχουν οι λατινικές επιγραφές», του απαντώ. «Όμως βλέπεις αυτές τις κολόνες; Δεν μοιάζουν με κολόνες δωρικού ρυθμού; Κοίταξε πόσο λιτό είναι το κιονόκρανο. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για την αυστηρή γραμμή και την έλλειψη περίτεχνων διακοσμήσεων, αυτά δεν μάθαμε στο Γυμνάσιο;»

«Πράγματι, μοιάζουν», συμφώνησαν και οι υπόλοιποι.

«Ποιος να ξέρει; μπορεί να προϋπήρχε και αρχαίος ναός...»

«Γεια σας, ρε παιδιά, τι κάνατε εδώ;» Ήταν ο Θεμιστοκλής, που όλοι τον ξέραμε ως Μούστο. Ο Μούστος ήταν ο ακρίτας της κοιλάδας.  Διέθετε ένα μεγάλο κοπάδι αιγοπροβάτων και είχε την βάση του στο τέλος της κοιλάδας, στη θέση Μαυρονέρι, εκεί που θα ανυψωνόταν το φράγμα για να γίνει η λίμνη.

«Φεύγουμε μεθαύριο για την Αθήνα και ήρθαμε να προσκυνήσουμε για τελευταία φορά», του απαντώ.

«Ναι, το ξέρω. Ακόμα δεν ξεκίνησαν τα έργα και άρχισαν οι αποχωρήσεις. Κι εγώ πρέπει να φύγω. Χθες έφτασαν κάποια μηχανήματα στο Μαυρονέρι , πολύ κοντά στην ταράτσα που έχω το μαντρί. Ήταν μεσημέρι και είχα ξαπλώσει στη μεγάλη αριά όταν με ξύπνησαν κάτι περίεργοι θόρυβοι και τα γαυγίσματα των σκυλιών. Ήταν δυο μεγάλοι γερανοί και μια μπουλντόζα. Σταμάτησαν κοντά στην γέφυρα, εκεί που είναι η πηγή.  Φαίνεται σ’ αυτό το μέρος θα φτιαχτεί το φράγμα».

«Να δω που θα πάω με τα ζωντανά μέχρι να τα πουλήσω. Τελείωσε το Μαυρονέρι για μένα...»

 

Το κοπάδι του μπάρμπα Μούστου κατηφόρισε προς την πλευρά του ποταμιού με τα σκυλιά να γαβγίζουν σε κάποια ξεκομμένα ζωντανά, για να πάνε μαζί με τα άλλα.

«Άντε, παιδιά, να σας χαιρετίσω και να πείτε στην Ευθυμία να μην μας ξεχάσει τώρα που θα γίνει πρωτευουσιάνα». Η Ευθυμία, η μητέρα μου, ήταν πρώτη ξαδέλφη του Θεμιστοκλή.

«Παιδιά, εγώ πείνασα και θέλω και μια ώρα μέχρι να φτάσω στο Χάνι, δεν είναι καιρός να γυρίσουμε;»

Αμέσως συμφώνησαν και οι υπόλοιποι. Εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμη και δεν τους ακολούθησα. Παρέμεινα μόνος, καθισμένος σε μια πεσμένη κολόνα στο άκρο του πλατώματος, απολαμβάνοντας την όμορφη θέα.

 

Έβλεπα κάποιες εικόνες, που θαρρείς αντίκριζα για πρώτη φορά.  Μπορεί να ήταν και η σκέψη μου που μου έλεγε: τελευταία σου ευκαιρία, παρατήρησε καλύτερα και κατάγραψε τα πάντα, αύριο δεν θα υπάρχουν...  Παλιότερα δεν υπήρχε τέτοια απειλή, τα μάτια έβλεπαν αλλά το μυαλό δεν κατέγραφε, το ανέβαλλε για αργότερα, «και αύριο εδώ θα είναι, έχουμε καιρό να εμβαθύνουμε και να αποτυπώσουμε...» Τώρα όμως άλλαξαν τα πράγματα, δεν υπάρχει αύριο…

 

Έβλεπα με έκπληξη την ομορφιά του μικρού κάμπου ακριβώς απέναντί μου, στολισμένου με αναβαθμίδες και περιτριγυρισμένου με μια πλούσια συστάδα πλάτανων στην συμβολή του Αβορορέματος με τον Μόρνο.

 

«Α, να και το άλλο, τι ομορφιά εκπέμπει! Πώς δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό;» μονολογούσα. Αυτός ο μικρός ο γήλοφος σε σχήμα αβγού ακριβώς κάτω από το Σεβεδίκο, και το μεγάλο ρέμα που έρχεται από ψηλά από τον Πύρνο να τρέχει περιμετρικά, να το κυκλώνει στην βάση του και να φεύγει μετά προς το ποτάμι, δίνοντας την αίσθηση ενός μικρονησιού…

Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο, που στεκόμουν σαν εκστασιασμένος, εκεί στην αρχαία κολόνα, και κατέγραφα εικόνες οικείες αλλά και εικόνες πρωτοφανέρωτες, όταν ο θόρυβος του λεωφορείου του ΚΤΕΛ με επανέφερε στην πραγματικότητα.

 

Σε αυτό το μισάωρο μου φάνηκε πως άκουσα την απόλυση της Λειτουργίας και το δι΄ευχών από τον παπά Δημήτρη και αμέσως μετά ένα ανθρώπινο βουητό από ευχές για την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Άκουσα καθαρά το να ήταν τα νιάτα δυο φορές, τραγούδι πρόκριμα για να ξεκινήσει ο χορός από τους μεγαλύτερους και, τελευταίο, ο ήλιος βασιλεύει και η μέρα σώνεται, με τον γλυκύτατο ήχο του κλαρίνου και του νταουλιού τον ξεσηκωτικό ρυθμό. Κατόπιν απόλυτη σιγή κι έπειτα  μια εξαίσια μουσική συνοδευόμενη από ανθρώπινη οχλοβοή με θύμισες από θίασο δαιμονικής συνέργιας που οι κάτοικοι του κάμπου πίστευαν, παραδόξως δεν μου προκάλεσε φόβο αλλά ήρθε στο νου μου το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το καλύτερο για μένα ποίημα του Καβάφη:

Σαν έξαφνα, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -....

μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.

 

Ναι, και εφάνη έξαφνα ο αόρατος για μας θίασος να περνά και συνάμα ακούστηκαν οι αποκρουστικοί θόρυβοι από τις μπουλντόζες, τους γερανούς και τα γυποειδή φορτηγά. Ναι, αποχαιρετούμε την κοιλάδα των ανέμελων χρόνων και της απέραντης ελευθερίας και φεύγουμε, χωρίς όμως να την ξεχνούμε.

Θαμμένη θα είναι πάντα στο μυαλό μας και στα όνειρα μας θα ξαναζωντανεύει συχνά, πυκνά στου ύπνου μας την σχόλη…

 


Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς

Πόνημα δημιουργικής γραφής

Αύγουστος 2020




Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος

Χρόνια πολλά πατριώτες , καλή Παναγιά!

Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σήμερα και έρχονται στην θύμιση μας γλυκές αναμνήσεις από το πανηγύρι μας. 
Σήμερα γιορτάζει το μικρό ξωκλήσι, που είναι κτισμένο στην πανέμορφη θέση Καστανιές με θέα τα Βαρδούσια και  σε έναν από τους μαγευτικούς κολπίσκους της λίμνης. Η σημερινή εκκλησία είναι η ‘’συνέχεια’’ της θαμμένης πλέον μαζί με τις  βιωματικές αναμνήσεις μας στα  βαθειά νερά της λίμνης . Ήταν κτισμένη δίπλα στην όχθη του Κόκκινου, ακριβώς απέναντι από τα Χάνια του Καραπιστόλη , στο βυθό της λίμνης και αυτά .
Όλοι, μικροί μεγάλοι, περιμέναμε την μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή. Από  νωρίς το πρωί παρέες, παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία . 
Η κάθε οικογένεια ή μάλλον το κάθε σόι είχε "αγκαζάρει " από πάππου  προς πάππου την θέση του . Μάλιστα  κάποιοι μερακλήδες για να ενισχύσουν  τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή ,  έκαναν και τα περίτεχνα τσαρδάκια σκεπασμένα  με δεματσούλες. 
Η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητας μας και είχαμε πολλούς  προσκυνητές από την διπλανή κοινότητα την Γρανίτσα ( Διακόπι) και μπορώ να πω, πως και λόγω της στενής γειτνίασης οι γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και σαν δικό τους πανηγύρι . 
Πολλοί προσκυνητές ερχόντουσαν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Αβορο,  από τα διπλανά  Χανιά και από τα Χάνια του Στενού . Δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι . 
Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και είχαν φέρει μαζί  τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και οπωσδήποτε τις περίφημες κολοκυθόπιτες  και τηγανησμένα ψάρια από τον ποτάμι μας τον Μόρνο .
Μια μικρή παρένθεση για να αναφερθώ στην παράδοση που είχε το χωριό μας  στο ψάρεμα και στο κυνήγι (για το κυνήγι θα γράψουμε άλλη φορά και να μην ξεχνάμε και το προσωνύμιο, κουναβολόγοι, που οι καλοί γείτονες μας, (από ζήλεια μάλλον ;), μας είχαν  προσάψει .
Είχαμε το προνόμιο ο κάμπος μας να ακουμπά στις όχθες του μεγάλου ποταμιού, του Μόρνου και του παραπόταμου, του Κόκκινου .  
Ο Κόκκινος στέρευε τους καλοκαιρινούς μήνες, συνήθως από τα μέσα Ιουλίου και από την μεγάλη τσιμεντένια γεφυρα και προς τα κάτω δεν είχε νερό.  Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι  η κοίτη του έμενε στεγνή μέχρι την θέση Καρνασέικα, στο ύψος του γρανιτσορέματος και του δαφνορέματος . 
Πάντως στο πανηγυρι το νερό ίσα που'φθανε μέχρισ τα Χάνια,ανάλογα βέβαια και την ξηρασία του συγκεκριμένου χρόνου.
Τα νερά των δυο αυτών ποταμιών και κυρίως του Μόρνου πότιζαν , μέσω  των πολύ καλά σχεδιασμένων  αυλακιών, μήκους πολλών χιλιομέτρων , τον εύφορο κάμπο .
Στα νερά ζούσαν μεγάλοι πληθυσμοί ψαριών, δρομίτσες , χαμοσύρτες , χέλια , και πέστροφες. Αρκετοί από τους χωριανούς μας ασχολιόντουσαν με ιδιαίτερο πάθος με το ψάρεμα .
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος  ψαρέματος ήταν με την χρήση της καλαμωτής .  
Με πέτρες χτιζόταν το καλομοστάσι που ουσιαστικά έσπρωχνε τα νερά και τα ψάρια σε ένα στενό αύλακα, που στο τέλος του είχε τοποθετηθεί η καλαμωτή. Η καλαμωτή ήταν φτιαγμένη με καλάμια είχε μήκος δυο μέτρα περίπου , το ένα  άκρο είχε πλάτος περίπου ένα  μέτρο, και τοποθετείτο στο τέλος του καλαμοστασίου , το άλλο δε άκρο έκλεινε σε μορφή στομίου με πλεγμένα καλάμια. 
Όλη αυτή η κατασκευή δηλαδή το καλομοστάσι μαζί με τη καλαμωτή προσέδιδε μεγάλο ρεύμα στη ροή του νερού και  ήταν αδύνατο για τα ψάρια που θα ακολούθησαν την ροή να κολυμπήσουν αντίθετα και ουσιαστικά εγκλωβίζονταν στην καλαμωτή .
Κάποιοι χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της καλαμωτής κοτόσυρμα .

Την νύχτα της προπαραμονής του πανηγυριού όλα σχεδόν τα  παιδιά ήταν στο ποτάμι για να ψαρέψουν. Αλλοι είχαν τις καλαμωτές και άλλοι  έκαναν πυροφάνι είτε με λουξ (προνομιούχοι) είτε με κομμάτια καουτσούκ από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων . Σε κάποιες περιπτώσεις καρφώναμε και κανένα δάχτυλο αντί για ψάρι....

Ας γυρίσουμε στο πανηγύρι , αμέσως μετά την λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργονοπαίχτες της γύρω περιοχής οπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο , Φαλιαμπάλιας , Πανάγος κτλ.
Βέβαια και οι δυο μαγαζάτορες του χωριού μας,  (Καραμπέτσος και Καραγιάννης), για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας , και παρόλη την νηστεία , το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν ....
Για τα παιδιά ήταν ακόμη μεγαλύτερη  η χαρά τους γιατί από το πάγκο που κάποιος μικροπωλητής έστηνε ( Γιαλαμάς ,Καλμαντής,κτλ) μπορούσαν (;) να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες .
Επίσης και οι φωτογράφοι ήσαν παρόντες για τα οικογενειακά και όχι μόνο ενσταντανέ . Ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς ( Κολοκυθάς ) ο Νίκος που είχε καταγωγή από το χωριό μας .
Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και ουσιστικά μέχρι  την ώρα  του σκάρου μια και οι περισσότεροι πανηγυριτζήδες είχαν και τα πράματα τους και έδιναν ραντεβού για το άλλο πανηγυρι του χωριού στις 23 Αυγούστου της Αΐμονής..
Οι φωτογραφίες που σκολουθουν είναι τραβηγμένες στο χώρο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κατα πάσα πιθανότητα απο τους προαναφερόμενους φωτογράφους .