Μεγάλο σόι!
Ο Θωμάς, αν και είχε περάσει τα σαράντα πέντε, συνέχιζε να βλέπει τον κόσμο όπως στα δεκαπέντε του. Ζωηρός, ανήσυχος, απερίσκεπτος, πάντοτε κόντρα στη μετριοπάθεια και στη «μέση οδό». Στις συζητήσεις στο καφενείο του χωριού ήταν μονίμως αντιπολίτευση — του άρεσε να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα.
Το χωριό του ήταν ορεινό, απλωμένο σε ένα μικρό πλάτωμα κάπου στα μεγάλα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας. Ο εμφύλιος είχε πια τελειώσει και οι κάτοικοι πάσχιζαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Το χωριό, κατεστραμμένο από τους Γερμανούς και εγκαταλειμμένο υποχρεωτικά λόγω του πολέμου, άρχισε να αποκτά και πάλι ζωή μετά τη συντριβή των κομμουνιστών στον Γράμμο.
Ο Θωμάς, αν και δεν είχε ταχθεί με καμία πλευρά, μετά τον πόλεμο άρχισε να συμπαθεί τους ηττημένους. Μιλούσε συχνά με συμπόνια για «τους δυστυχισμένους», όπως τους αποκαλούσε. Πίστευε πως έπεσαν θύματα των Άγγλων και του Στάλιν. Αυτή του η στάση δεν άργησε να τον βάλει στο μάτι του αστυνόμου της περιοχής, και ο άμοιρος Θωμάς έγινε μόνιμος στόχος του.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον καλούσε να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα —μια ώρα δρόμος απ’ το χωριό— για «σοβαρή υπόθεση», όπως του μετέφερε κάθε φορά κάποιος αγέλαστος χωροφύλακας. Εκεί, δεχόταν αυστηρές παρατηρήσεις και απειλές για πρόστιμα επειδή ο απόπατος του σπιτιού του μύριζε ή γιατί δεν είχε ασβεστώσει τους εξωτερικούς τοίχους της αυλής. Ο Θωμάς, όμως, δεν κιότεψε. Συνέχισε απτόητος την «αντάρτικη» στάση του.
Ο αστυνόμος, από την άλλη, είχε πεισμώσει. Δεν του κατέβαινε κάτω που ο Θωμάς δεν του έδειχνε υποταγή. Έψαχνε τρόπους να τον στριμώξει.
Ο Θωμάς είχε κι ένα μεγαλόσωμο γαϊδούρι — απ’ αυτά τα κυπραίικα — με το οποίο κουβαλούσε ξύλα από το βουνό και έβγαζε και κανένα μεροκάματο. Η αλήθεια είναι πως συχνά το παραφόρτωνε. Ο γάιδαρος, πεισματάρης όπως όλοι οι όμοιοί του, σταματούσε και δεν κουνιόταν ρούπι. Τότε, ο Θωμάς, με το μαστίγιο στο χέρι, του έδινε μερικά χτυπήματα στα καπούλια για να τον κάνει να προχωρήσει.
Σε μια τέτοια στιγμή, βρέθηκε μπροστά ο αστυνόμος. Και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τον έστειλε στο δικαστήριο για κακοποίηση ζώου! Μάλιστα, δύο πρόθυμοι συγχωριανοί που δεν συμπαθούσαν τον Θωμά, έτρεξαν να καταθέσουν σε βάρος του. Τον είπαν «εγκληματία»!
Στο ακροατήριο, ο αστυνόμος και οι δύο μάρτυρες κατέθεσαν με πάθος. Τον περιέγραψαν με τα πιο μελανά χρώματα. «Δήμιο», τον είπαν. Όταν ολοκλήρωσαν τις καταθέσεις τους, ο πρόεδρος στράφηκε προς τον Θωμά και του είπε:
— Ο κατηγορούμενος έχει τον λόγο.
Ο Θωμάς, με ήρεμες κινήσεις, στρίβει το τσιγκελωτό μουστάκι του, ρίχνει μια περιφρονητική ματιά στους κατηγόρους του, κοιτάζει τον πρόεδρο και, με σταθερή και στομφώδη φωνή, λέει:
— Ομολογώ, κύριε πρόεδρε, πως ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ο γάιδαρός μου είχε τόσο μεγάλο και σπουδαίο σόι. Κι όταν τον απέκτησα, πάλι ομολογώ πως ήταν μεγάλο μου λάθος που δεν ρώτησα για την οικογένειά του. Τώρα που το έμαθα… θα του φέρομαι όπως αρμόζει σε έναν τέτοιο γάιδαρο!
Κ Μ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου