Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων ( Ευάγγελος Ι. Καραμπέτσος)

 Μια ακόμη απώλεια ..ο αγαπητός σε όλους μας Βαγγέλης Καραμπέτσος δεν είναι πια μαζί μας 

Σε ηλικία 70 χρονών ταξίδεψε στο δρόμο προς τους ουρανούς..

Συλλυπητήρια στους οικείους του και καλό κατευόδιο αγαπητέ φίλε Βαγγέλη 

Αύριο στις 12 (1/4/2026) στο κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου η εξόδιος ακολουθία .

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

«Το τουριστικό περίπτερο του Ε.Ο.Τ. κοντά στο Λιδωρίκι – μια ξεχασμένη ιστορία του δρόμου προς Ναύπακτο


 Αμέσως μετά τη γέφυρα του Στενού, σε απόσταση περίπου πέντε έως έξι χιλιομέτρων από το Λιδωρίκι και λίγο πιο πέρα από το σημείο όπου βρισκόταν παλαιότερα το Χάνι του Κωσταντελάκη, επάνω στον δρόμο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού κατασκεύασε ένα τουριστικό περίπτερο. Έτσι το αποκαλούσαν τότε: ένα είδος motel, σύμφωνα με τα ξένα πρότυπα της εποχής.


Επρόκειτο για ένα σύγχρονο, για τα δεδομένα της περιοχής, διώροφο κτίριο, το οποίο δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί τους περαστικούς ταξιδιώτες που κινούνταν στον δρόμο Άμφισσας – Λιδωρικίου – Ναυπάκτου – Ιωαννίνων. Παράλληλα προοριζόταν και για τους ξένους τουρίστες που, επισκεπτόμενοι τους Δελφούς, θα ήθελαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ολυμπία, αφού εκείνα τα χρόνια η διαδρομή μέσω Λιδωρικίου ήταν ουσιαστικά η μοναδική.


Το λεγόμενο motel του Μόρνου πρόσφερε πρόχειρο φαγητό, αναψυκτικά και καφέδες, ενώ διέθετε και έξι κρεβάτια για όσους χρειάζονταν διανυκτέρευση. Υπεύθυνος για τη λειτουργία του ήταν ο Θανάσης Κολοκύθας από τον Κόκκινο (Λούτσοβο).


Πιστεύεται ότι, αν υπήρχε το κατάλληλο προσωπικό και περισσότερος επαγγελματισμός, το τουριστικό περίπτερο θα μπορούσε να έχει καλή πορεία, ιδιαίτερα μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Εκείνη την εποχή η κίνηση στον δρόμο από το Λιδωρίκι προς Ναύπακτο και Ιωάννινα ήταν σημαντική, ενώ κατά τους θερινούς μήνες όλα σχεδόν τα τουριστικά λεωφορεία που μετέφεραν επισκέπτες από τους Δελφούς προς την Ολυμπία περνούσαν από τη διαδρομή αυτή και σταματούσαν στο Λιδωρίκι. Τελικά όμως το περίπτερο δεν κατάφερε να καθιερωθεί ως σταθμός των ταξιδιωτών, καθώς έλειπαν τόσο ο επαγγελματισμός όσο και το κατάλληλο προσωπικό.


Αργότερα, όταν κατασκευάστηκε ο παραλιακός δρόμος Ναυπάκτου μέσω Ερατεινής, η διέλευση των τουριστικών λεωφορείων από τη διαδρομή του Λιδωρικίου μειώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Έτσι το περίπτερο άρχισε σιγά-σιγά να μαραζώνει.





Η γέφυρα του Μόρνου (Λίγο πριν την εκβολή του στον Κορινθακό)

 Λίγο πριν σπό την Ναυπακτο συναντούμε την γέφυρα του Μόρνου:

λίγα λόγια για την ιστορία της γέφυρας.

Η γέφυρα ολοκληρώθηκε το 1938. Για την εποχή της ήταν πρωτοποριακή και καύχημα της ελληνικής μηχανικής επιστήμης. Έχει πέντε τόξα, καθένα από τα οποία έχει άνοιγμα 4,5 μέτρων. Το ολικό μήκος της γέφυρας είναι 225 μέτρα και το πλάτος του καταστρώματός της είναι 6 μέτρα. Είναι κατασκευασμένη με σιδηροπαγές μπετόν-αρμέ. Στοίχισε 10 εκατομμύρια δραχμές, τα οποία καταβλήθηκαν από το κράτος ως μέρος της δαπάνης για την κατασκευή της εθνικής οδού Πειραιώς-Μεσολογγίου. Η σημασία της για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής ήταν καταλυτική. Επίσης είχε και μεγάλη στρατιωτική σημασία.

Οι εφοδιοπομπές για τον ελληνικό στρατό που πολεμούσε στα βουνά της Ηπείρου το 1940-1941 πέρασαν από αυτή τη γέφυρα. Το 1941 βομβαρδίστηκε από γερμανικά στούκας χωρίς όμως να υποστεί ζημιές.

Το 1941 υπήρξε η σκέψη από τα συμμμαχικά στρατεύματα να την ανατινάξουν για να εμποδίσουν την προέλαση των Γερμανών και των Ιταλών. Ευτυχώς όμως επικράτησε η άποψη να μην γκρεμιστεί, διότι ο Μόρνος στο σημείο αυτό δεν ήταν ικανός να εμποδίσει τα μηχανοκίνητα πολεμικά μέσα των Γερμανών. Σε ανάλογες περιπτώσεις στα γεφύρια στη «Ρέρεση» και στο «Στενό», πριν το Λιδορίκι, όπου ο Άγγλος αξιωματικός Τζέφ ανατίναξε τα πέτρινα γεφύρια, οι Γερμανοί βρήκαν τρόπους και πέρασαν σχετικά εύκολα το Μόρνο.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΔΑΣΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΑΡΡΟΠΛΗΚΤΟΥ ΟΡΕΙΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

 




Το σημαντικό έργο της δασικής υπηρεσίας που επιτελέστηκε στον ορεινό (κατά βάσιν) και στον ημιορεινό χώρο της Ελλάδας, αυτό της συστηματικής διευθέτησης των χειμαρρικών ρευμάτων και της αποκατάστασης της χειμαρρόπληκτης περιοχής, άρχισε στον Μεσοπόλεμο, με τη συγκρότηση της Υπηρεσίας Χειμάρρων, και συνεχίστηκε με τη λειτουργία των έξι ανά την Ελλάδα περιφερειακών Υπηρεσιών Δασοτεχνικών Έργων (Υ.Δ.Ε.), καθώς και της κεντρικής Υπηρεσίας Μελετών Χειμάρρων. Υπό αυτή τη δομή, οι ασχολούμενες με το χειμαρρικό πρόβλημα της χώρας δασικές υπηρεσίες λειτούργησαν έως το έτος 1966, οπότε και το έργο τους μεταφέρθηκε στα Δασαρχεία. 

Στο διάστημα της όλης πορείας τους οι δασικές υπηρεσίες απέδωσαν ένα πλούσιο και πολύτιμο έργο, αφού κατόρθωσαν σε σημαντικό μέρος της χώρας ν’ ανασχέσουν τη δράση επικίνδυνων χειμάρρων και ν’ αποκαταστήσουν χειμαρρόπληκτες κι εξαιρετικά υποβαθμισμένες περιοχές, αποτρέποντας ή περιορίζοντας σε σημαντικό βαθμό τα πλημμυρικά φαινόμενα στη χώρα.  Οι θετικές/λυτρωτικές επιπτώσεις των έργων αυτών καταφάνηκαν ιδιαίτερα στον υποκείμενο του ορεινού και ημιορεινού πεδινό χώρο, αφού αυτός έπαψε να πλημμυρίζει (ή περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό ο πλημμυρισμός του) και να κατακλύζεται με τις φερτές ύλες που μετέφεραν οι χείμαρροι, οι οποίοι προκαλούσαν καταστροφές σε υποδομές, καλλιέργειες και οικισμούς. Επίσης, δε γέμιζαν με φερτά/στέρεα υλικά τα μεγάλα φράγματα και οι λιμνοδεξαμενές, που λειτουργούσαν ως ταμιευτήρες των χειμαρρικών νερών, καθώς με την πλήρωσή τους με αυτά αχρηστεύονταν ή αντιμετώπιζαν προβλήματα λειτουργίας, ενώ σταθεροποιήθηκαν και οι εκβολές των υδάτινων αποδεκτών, αποκτώντας σταθερή δίαιτα υλικών, με την όχι αιφνίδια, μαζική και καταστροφική απόθεσή τους. 

Για να κατανοηθεί το μέγεθος του έργου που πραγματοποιήθηκε και να εκτιμηθεί η αξία του, αρκεί να ειπωθεί ότι, από το έτος 1932 έως το έτος 1976 κατασκευάστηκαν από τη δασική υπηρεσία σε όλη τη χώρα περίπου 900.000 κ.μ. λιθόδμητων φραγμάτων, 400.000 κ.μ. ξηρολίθινων φραγμάτων, καθώς και σειρά πολλών ‐ πολλών άλλων έργων σταθεροποίησης του ορεινού χώρου, με τη συγκράτηση των εδαφών και την αντιμετώπιση του χειμαρρικού προβλήματος –τέτοια έργα ήταν πρόβολοι, συρματόπλεκτα κιβώτια, ξυλοφράγματα, φακελλώματα, τάφροι αποστράγγισης, χωμάτινα φράγματα, περιφράξεις, οδοί κ.ά. Αυτά πρόσθεσαν εκατοντάδες χιλιάδες κυβικά και τρέχοντα μέτρα πολύτιμης λειτουργικής ύλης στον ορεινό χώρο, αλλά και «τόνους» απροσμέτρητου κόπου για τους εκτελούντες αυτά, αλλά κι ελπίδας για τους ανθρώπους που οφελούνταν από αυτά. 

Κοντά στα τεχνικά έργα, γίνηκαν και μεγάλης κλίμακας φυτοκομικά έργα, με τη φύτευση περίπου 2 εκατομμυρίων δένδρων και θάμνων στις λεκάνες απορροής των χειμάρρων, και τη σπορά περίπου 140.000 στρεμμάτων γης με ποώδη είδη. Τα έργα αυτά αφορούσαν λεκάνες απορροής της τάξης των 1.300.000 στρεμμάτων, που αποτελούσαν εστίες χειμαρρικότητας, και εκτάσεις εμβαδού 6.700.000 στρεμμάτων, που εμφάνιζαν πλημμυρογόνο απορροή και μέτρια έως ισχυρή επιφανειακή διάβρωση −εκ των συνολικώς 34.100.000 στρεμμάτων των λεκανών της χώρας. Δηλαδή διευθετήθηκε περίπου το 23,5% της έκτασης των λεκανών απορροής ̇ εν έργο τεραστίας κλίμακας κι εξαιρετικής δυσκολίας, λαμβανομένου υπόψη των μέσων και των συνθηκών της εποχής, καθώς και του γεγονότος ότι εκτελούνταν από μια υπηρεσία και μόνο (με αυτεπιστασία από τη δασική υπηρεσία για το σύνολο των εργασιών), με προσωπικό καταρτισμένο μεν, αλλά λιγοστό σε σχέση με τις ανάγκες της!

Αν αναλογιστούμε δε ότι, επεμβαίνοντας η δασική υπηρεσία στο περίπου 23,5% των λεκανών απορροής της χώρας, δηλαδή στα περίπου 8.000.000 στρέμματα αυτών, επιλύθηκε πρόβλημα που ανάγονταν στο 75‐80% της επιφάνειας της πεδινής ζώνης που πλημμύριζε, καθώς σε αυτή την κλίμακα αναγωγής συνίστατο το χειμαρρικό πρόβλημα, καταλαβαίνουμε τη σημαντικότητα των εν λόγω αντιχειμαρρικών έργων στα ψηλά της χώρας. Οχυρώνοντας η δασική υπηρεσία τον ορεινό χώρο, διασφάλισε λειτουργικά τον πεδινό. 

Το όλο εγχείρημα αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τη δασική υπηρεσία και, σύμφωνα με τον προγραμματισμό που είχε τεθεί, υλοποιήθηκε το προγραμματισθέν έργο μ’ επιτυχία παρά τις τεράστιες δυσκολίες του, αναζωογονώντας κι ανορθώνοντας το φυσικό χώρο, τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά. Σε μια αποτίμηση του έργου αυτού που έγινε το έτος 1971, εκτιμήθηκε ότι στο σύνολο των διευθετημένων περιοχών επιτεύχθη προστασία από τις φερτές ύλες σε ποσοστό 85% και από τα πλημυρρικά νερά σε ποσοστό 50% (Υπουργείο Γεωργία, Γενική Διεύθυνση Δασών, 1971).

Το παραπάνω αποτέλεσμα, που προέκυψε σε διάστημα περίπου 40 ετών ακαταπόνητης και σκληρής εργασίας (βέβαια, θα πρέπει να εξαιρεθεί η «νεκρή» περίοδος του πολέμου του 1940 και της Κατοχής), θεωρήθηκε επίτευγμα (κατόρθωμα!) για τις μικρές δυνάμεις της χώρας, τις δύσκολες γεωμορφολογικές συνθήκες της, την οικονομική κατάστασή της, αλλά και τα λιγοστά μέσα που διατίθονταν στ’ ό,τι πραγματοποιήθηκε από τη δασική υπηρεσία. Είχε, παρόλα ταύτα η εν λόγω υπηρεσία εξαιρετικό επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό, σε όλη την κλίμακα του έργου, πλήρως καταρτισμένο, τ’ οποίο εργάστηκε −παρά τις, σε πολλές περιπτώσεις, ανυπέρβλητες δυσκολίες− κοπιωδώς με αφοσίωση κι ευθύνη στην επίτευξη του στόχου, που ήταν η αποκατάσταση της διαλυμένης περιβαλλοντικά χώρας. 

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε κοινή έκθεση ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων επί χειμαρρικών ζητημάτων και της πανευρωπαϊκής Επιτροπής του FAO επί των χειμάρρων το έτος 1959, η οποία προέκυψε μετά την επίσκεψη αντιπροσώπων αυτών των επιτροπών στα δασοτεχνικά έργα της λεκάνης Σερρών ‐ Σιδηροκάστρου και Αλμωπίας, αναγνωρίσθηκε η υψηλή ποιότητα, η αποτελεσματικότητα και γενικότερα η επιτυχία των πραγματοποιηθέντων έργων, χαρακτηρίζοντας το όλο εγχείρημα ως ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά που συντελέστηκαν μέχρι τότε σε ευρωπαϊκό επίπεδο! 


Αντώνιος Καπετάνιος 


(από το βιβλίο του “ΠΕΡΙ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΥΡΩΝ. Η κατάσταση των πραγμάτων - Σκέψεις, κρίσεις και απόψεις για την πυρική και πλημμυρική ελληνική πραγματικότητα”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2026, διαθέτης: https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=67996, κατά μέρος περιλαμβάνεται και στο βιβλίο του «Λίθινοι τοίχοι. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο», έκδοση ιδίου, Αθήνα 2018, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=49135#). 


Φωτογραφία: σειρά λίθινων φραγμάτων στην περιοχή των Τρικάλων δεκ. 1960 (© Αντώνιος Β. Καπετάνιος).