Από τον Μόρνο στο Διαδίκτυο: Ένα Ψάρεμα 50 Ετών
Ήταν μέσα Αυγούστου του ’71. Ο Μόρνος κυλούσε ήρεμος, με τα λιγοστά, λόγω εποχής, νερά του να γυαλίζουν κάτω απ’ τον ήλιο σαν καθρέφτης που κρατούσε μέσα του το βουνό και τον ουρανό μαζί. Εμείς, δεκαεφτά χρονών παιδιά τότε —ανέμελοι, γεμάτοι ζωή, όνειρα , μαυρισμένοι, ξυπόλυτοι και με σκόνη από τους χωματόδρομους— περνούσαμε τις μέρες μας στο ποτάμι· πότε κολυμπώντας, πότε ψαρεύοντας και πότε απλώς ξαπλωμένοι στην ποταμίσια άμμο, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά των ακτίνων του ήλιου.
Ένα πρωινό εμφανίστηκε στο Ξενία, εκεί κοντά στα γεφύρια του Στενού, ένας κύριος με γυαλιά και καπέλο.
— «Είμαι ο καθηγητής Στεφανίδης», μας συστήθηκε.
Ήταν ήρεμος, με λόγο ευγενικό και βλέμμα φωτεινό. Συνέχισε με ένα μειδίαμα:
— «Παιδιά, θέλω να με βοηθήσετε να ψαρέψουμε. Μα όχι για το τηγάνι… για την επιστήμη!»
Τον κοιτάξαμε με απορία και ύστερα με ενθουσιασμό. Επιστήμη! Μια λέξη μαγική τότε για μας, που μόλις είχαμε αρχίσει να ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Έτσι βρεθήκαμε να κουβαλάμε απόχες, δοχεία και σακούλες, να σκύβουμε πάνω στο νερό προσπαθώντας να πιάσουμε ό,τι γλιστρούσε. Ο καθηγητής σημειωνε, μετρούσε, φωτογράφιζε, μιλούσε για Barbus και Salmo trutta macrostigma, κι εμείς προσπαθούσαμε να προφέρουμε τις λέξεις σωστά, λες και ήταν ξόρκια από άλλον κόσμο. Φυσικά, εμείς ξέραμε αλλιώς τα ονόματα των ψαριών και του τα λέγαμε: δρομίτσες, χαμοσύρτες, πέστροφες. Ο καθηγητής σημείωνε με προσοχή και τα δικά μας ονόματα δίπλα στα επιστημονικά.
Η μέρα κύλησε γλυκά, με ήλιο, νερό και γέλια. Το απόγευμα, όταν ο ήλιος χαμήλωσε πίσω απ’ τα βουνά, είχαμε τελειώσει το «ψάρεμα για την επιστήμη» και γυρίσαμε στο Ξενία. Ο καθηγητής μάς ευχαρίστησε και έβγαλε από την τσέπη του μερικά χρήματα για να μας τα δώσει.
— «Όχι, κύριε καθηγητά», είπαμε σχεδόν με μια φωνή. «Εμείς δεν το κάναμε για τα λεφτά. Το κάναμε για την επιστήμη!»
Χαμογέλασε, μας χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε μόνο:
— «Τότε να θυμάστε αυτό που ζήσαμε σήμερα. Είναι σπάνιο να ψαρεύεις τη γνώση με καθαρή καρδιά».
Περάσανε δεκαετίες. Το ποτάμι χάθηκε κάτω απ’ τα νερά της λίμνης, τα σπίτια μας πνίγηκαν στον βυθό, κι εμείς σκορπίσαμε στις ζωές μας σαν τις δρομίτσες στα ρεύματα του χρόνου. Μα τούτη η μέρα δεν έσβησε ποτέ.
Μέχρι που πρόσφατα, μπροστά στην ψυχρή οθόνη του υπολογιστή, το παρελθόν αναδύθηκε απρόσμενα. Ήταν μια τυχαία αναζήτηση στο διαδίκτυο, από εκείνες που κάνει κανείς όταν η νοσταλγία τον κυριεύει. Και ξαφνικά, το είδα: μια παλιά ψηφιοποιημένη μελέτη. Το όνομα του Καττούλα στην κορυφή και οι παραπομπές στον Στεφανίδη. Τα δάχτυλά μου πάγωσαν πάνω στο πληκτρολόγιο.
Καθώς ξεφύλλιζα τις σελίδες στην οθόνη, οι λατινικές ονομασίες δεν ήταν πια ξένες. Ήταν οι δικοί μας χαμοσύρτες, οι δικές μας δρομίτσες και πέστροφες. Εκεί, ανάμεσα στις μετρήσεις και τα διαγράμματα, ένιωσα να ανασαίνει ξανά εκείνη η αυγουστιάτικη μέρα του ’71. Ένιωσα το ίδιο ρίγος — τελικά, το διαδίκτυο έχει τον τρόπο του να ανασύρει την ψυχή των πραγμάτων από τη λήθη.
Γιατί, χωρίς να το ξέρουμε τότε, εκείνη τη μέρα στον Μόρνο δεν ψαρέψαμε απλώς ψάρια. Ψαρέψαμε μια ανάμνηση που η επιστήμη τη διάλεξε για να την κρατήσει ζωντανή για πάντα, ακόμα κι αν το ποτάμι μας δεν υπάρχει πια….
Κι αυτή είναι η πιο γλυκιά αμοιβή απ’ όλες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου