Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Παραδοσιακό κλαρίνο


Παραδοσιακό κλαρίνο

[Αφιερώνεται στα γνήσια παγκύρια των χωριών μας]
(της Αγγελικής Ταλαμάγκα)

Το κλαρίνο στη χώρα μας αποτελεί το κυριότερο μελωδικό όργανο στο λαϊκό μουσικό συγκρότημα που ονομάζεται κομπανία και αποτελείται από κλαρίνο, βιολί, λαούτο η κιθάρα και σαντούρι. Πρωτοεμφανίστηκε ως λαϊκό όργανο στα βόρεια μέρη της Ελλάδας πριν από περίπου 135 χρονιά στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία, πριν από 80-90 χρόνια στη Θεσσαλία τη Ρούμελη και το Μωριά, κι από γενιά σε γενικά κατέβηκε προς τα παράλια. Πριν από 60-70 χρόνια εμφανίζεται στη Στερεό Ελλάδα ενώ πριν από 40-45 περίπου χρόνια εμφανίζεται στην Αθήνα και σε μερικό νησιά του Αιγαίου. Στην Κρήτη η παρουσία του είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Ουσιαστικά δεν ανήκει στη μουσική οργανολογία του λαού μας.


Η ιστορία της εισόδου του στον ελληνικό χώρο είναι
πολυδιάστατη. Όπως αναφέρει η Δέσποινα Μαζαράκη
ήρθε με τους Τουρκόγυφτους από την Τουρκία και τα Βαλκάνια το 1835 και κατά τον Σταύρο Καράκαση και από την Ευρώπη μέσω των φιλαρμονικών της Επτανήσου. Στην κυρίως Ελλάδα εμφανίστηκε μέσω των τουρκικών στρατευμάτων κι αργότερα μέσω των ελληνικών μουσικών συγκροτημάτων (μπάντες). Ουσιαστικά ακολουθήθηκαν δύο δρόμοι:
1. Από τη Θεσσαλονίκη στη Δ. Μακεδονία προς τη Στερεά με κύριο αντιπρόσωπο το Γέρο-Μέτο.
2.Από την Ήπειρο με κύριο αντιπρόσωπο το Σουλεϊμάνη.

Στην αρχή χρησιμοποιούνταν το κλαρίνο σε Ντο με δύο κλειδιά αργότερα με τρία και ύστεραμε έξι, ώσπου γύρω στα 1810 πήρε την τελειωτική του μορφή, αυτή των 13 κλειδιών. ΟιΈλληνες κατασκευαστές ακολούθησαν την ίδια ιστορική εξέλιξη στην κατασκευή τουκλαρίνου με εκείνη του κλαρινέτου στη Δυτική Ευρώπη.

Αρχικά λοιπόν, έπαιζαν κλαρίνα με λίγα κλειδιά. Άλλα από αυτά ήταν ξενόφερτα κι άλλαελληνικής κατασκευής. Εγχώριας παραγωγής ήταν οι τζουράδες, όργανα 40-50 πόντων (με τοπολύ έξι κλειδιά), φτιαγμένα από πουρνάρια κι από έλατο. Οι τζουράδες εμφανίζονται αρχικόστη Σιάτιστα. Αποτελούσαν ουσιοστικά κλαρίνα κουαρτίνα σε μι μπεμόλ που χρησιμοποιούσανοι στρατιωτικές μπάντες. Βέβαια στην παραδοσιακή μουσική η χρήση τους ήταν πρακτικώςδύσκολη αφού τα βιολιά δεν μπορούσαν να κουρδίσουν τόσο ψηλά.

Στην Ήπειρο και στα περισσότερα μέρη χρησιμοποιούσαν κλαρίνα σε σι μπεμόλ. Οιπερισσότεροι όμως από τους παλιούς και σχεδόν όλοι οι Τουρκόγυφτοι είχαν χαμηλά κλαρίνα σελα μπεμόλ. Θεωρούμε ότι ήταν καλύτερα για τους τραγουδιστές. Στη Δυτική Μακεδονίαχρησιμοποιούν ακόμα κλαρίνα σε σι b.

Δεν έχουν περάσει 40 με 45 χρόνια που συνήθισαν οι λαϊκοί οργανοπαίκτες τα κλαρίνα σε ντο. Σύμφωνα με δύο παλιούς οργανοπαίκτες τον Αγαπητό και τον Σταμέλο: «Όταν το κλαρίνο είναι χαμηλό θα ‘ναι και το βιολί χαμηλό. Τότε δεν μιλάνε τα σαντούρια, δεν έχουν απόδοση»2. Οξύς ήχος του κλαρίνου σε ντο βοηθάει στο ν’ ακούγεται η μελωδία και να μη σκεπάζεται από το λαούτο και το σαντούρι όταν η κομπανία παίζει στο ύπαιθρο. Για τον πρακτικό οργανοπαίχτη τα «πιασίματα» είναι πιο προσιτά. Η μικρότερη αντίσταση στο φύσημα που παρουσιάζεται στο ορντινάριο κλαρίνο σε σχέση με το κλαρίνο Μπεμ βοηθά στο να ξεκουρντίζει ο πρακτικός με τη φύσα πιο εύκολα το ευρωπαϊκό του κούρντισμα και να προσαρμόζει τις φωνές της ελληνικής κλίμακας που Θέλει. Επίσης το κλαρίνο σε Ντο δεν έχει «δακτυλίδια» (ορισμένα κλειδιά) στις τρύπες που αντιστοιχούν στον δείχτη, τον μεσαίο και τον παράμεσο των δύο χεριών, έτσι ο πρακτικός είναι σε θέση να βγάλει και τις πιο λεπτές αποχρώσεις του τόνου σκεπάζοντας περισσότερο ή λιγότερο με το δάκτυλο του την κάθε τρύπα, ακριβώς όπως κάνει και στη φλογέρα ή στην καραμούζα.

Οι πρώτοι κλαριντζήδες μεταπήδησαν στο κλαρίνο από το ζουρνά ή την καραμούζα. Άλλοι πάλι από την φλογέρα έμαθαν πίπιζα και κατόπιν κλαρίνο. Τα περισσότερα κλαρίνα τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες εξαιτίας της οικονομικής τους δυσχέρειας να αποκτήσουν όργανο εργοστασίου που στοίχιζε σχετικώς ακριβά και που ήταν δυσεύρετο στην ύπαιθρο, οπότε μιμούνταν τα πρότυπα των αυθεντικών κλαρίνων που είχαν οι τυχεροί.

Μεγάλη ώθηση στην ιστορική εξέλιξη του κλαρίνου έδωσε το Καφέ-Αμάν3. Στην ουσίακαταργείται ο ζουρνάς με τον πολύ οξύ ήχο. ο οποίος ήταν κατάλληλος για γλέντι στηνύπαιθρο. Έτσι το δίδυμο ζουρνάς - νταούλι αντικαθίσταται στα Καφέ-Αμάν από τηνκομπανία. Στο Καφέ-Αμάν ο κόσμος δεν χορεύει, ασχολείται κυρίως μ’ αυτό που θα δει ή θ’ ακούσει Οι κλαρινιντζήδες για να κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού αναγκάζονταιπλέον να μελετήσουν.

Στόχος του καλού κλαριντζή είναι η επεξεργασία του δημοτικού μέλους, Χρησιμοποιείαφάνταστη ποικιλία σε μελωδικά και ρυθμικά στολίδια παράλληλα με εντυπωσιακή δακτυλικήδεξιοτεχνία. Το κλαρίνο εμφανίζεται στην ωρίμανση και την τελευταία λάμψη της δημοτικήςμας μουσικής. Ο πρακτικός στολίζει τους φθόγγους με όλο και περισσότερες «ξένες» νότες σεποικίλους ρυθμούς στο σημεία όπου αλλοιώνονται οι πραγματικές διαστάσεις της μελωδίας. Ορυθμικός σκελετός μεταμορφώνεται, και οι πραγματικοί φθόγγοι της μελωδίας συνθλίβονταικαι γίνονται αγνώριστοι με αποτέλεσμα να νοθεύεται ο χαρακτήρας του μέλους στο σύνολοτου.

Τα μελίσματα γίνονται κυρίως με τα δάκτυλα. Η δεξιοτεχνία που αναπτύσσουν οι πρακτικοί είναι εκπληκτική. Καμιά κίνηση δεν γίνεται άσκοπα. Η κατάκτηση βέβαια της δεξιοτεχνίας δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Η εξέλιξη ήρθε σιγά-σιγά από γενιά σε γενιά. Ένας χαρακτηριστικός όρος της δεξιοτεχνίας των κλαριντζήδων είναι το τρανσπόρτο. Σημαίνει να‘χει ο οργανοπαίχτης την ευχέρεια στη χρήση όλων των κλειδιών του οργάνου.

Υπάρχει διαφορά στον τρόπο παιξίματος του οργάνου. Υπάρχουν πρακτικοί που τονίζουν το ρυθμικό στοιχείο και
άλλοι που τονίζουν το μελωδικό. Όσον αφορά στο ρυθμικό στοιχείο: υπάρχει μία συγκεκριμένη τεχνική που ονομάζεται ατάκα. Η ατάκα είναι ουσιαστικά χτύπημα της γλώσσας για τον τονισμό του ρυθμού. Σχεδόν κάθε μουσικός φθόγγος συνοδεύεται από την ανάλογη ατάκα. Πολλές φορές οι πρακτικοί κάνουν κι ένα σχετικό σφίξιμο στα χείλη. Έτσι ανεβάζουν ή κατεβάζουν το τονικό ύψος του κάθε φθόγγου και τον τοποθετούν εκεί που τον θέλουν. Μ’ αυτόν τον τρόπον ο ήχος γίνεται πιο έντονος, πιο τραχύς, πιο δυνατός, πιο κατάλληλος για ν’ ακουστεί στον ανοιχτό χώρο της υπαίθρου.Μερικοί κάνοντας μία έντονη ατάκα κι ένα βαθμιαίο σφίξιμο στο κάτω χείλος, που συνοδεύεται με ανάλογο παραμόρφωμα στο φύσημά τους, πετυχαίνουν και βγάζουν εκείνα τα περίεργα βουητά που δίνουν κέφι και διασκεδάζουν τους χορευτές.

Όσον αφορά τώρα στον μελωδικό τρόπο παιξίματος: βέβαιαεδώ δεν χρησιμοποιούν ατάκα ή ακόμα κι εκεί που είναιυποχρεωμένοι να κάνουν ατάκα γίνεται τόσο απαλή που δύσκολα διακρίνεται. Την έντασηστο παίξιμο τη δίνουν με εσωτερικό τρόπο. Ο τονισμός της μελωδίας γίνεται με μελωδικότρόπο (τρίλλιες, τσακίσματα κ.λπ.). Κάνοντας ένα ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα στην αναπνοήτους δίνουν έναν εσωτερικό παλμό στον ήχο τους. Αυτό είναι ένα απ’ τα κύριαχαρακτηριστικά των κλαριντζήδων από την Ήπειρο. Επίσης, όταν θέλουν να περάσουν από τημια νότα στην άλλη περνάν διαδοχικά απ’ όλες, και τις μικρότερες ακόμα μελωδικέςενδιάμεσες υποδιαιρεθείς του ήχου. Τα μελωδικά γλιστρήματα (γκλισάντα) δεν έχουν σχέση μετο βούισμα που κάνουν οι κλαριντζήδες που δίνουν έμφαση στο ρυθμικό στοιχείο. Σ’ εκείνους είναι απλά ένα παιχνίδι στον ίδιο φθόγγο. Εδώ είναι ολόκληρη νοοτροπία παιξίματος.

Οι πρακτικοί οργανοπαίχτες τις φράσεις τους δεν τις δίνουν με ανοίγματα ή σβησίματα του ήχου. Τις δίνουν με μελωδικά στολίδια που τα συνδυάζουν και τα προσθέτουν οι ίδιοι στη δοσμένη μελωδία των τραγουδιών. Όταν πρέπει η μελωδία ν’ ακουστεί δυνατά την παίρνουν μία οκτάβα ψηλότερα και το αντίστροφο. Οι πρακτικοί μαθαίνοντας να παίζουν κλαρίνο σκοπεύουν και προσπαθούν ν’ αποδώσουν το σκοπό, τη μελωδία. Το κλαρίνο αυτό καθ’ εαυτό ωςόργανο δεν τους ενδιαφέρει. «Πρώτα είναι το τραγούδι και μετά έρχεται το παίξιμο»4, λένε
χαρακτηριστικά. Για τους πρακτικούς η μελωδία είναι ο γνώμονας που θα τους δείξει το δρόμο. Κι αυτό τους ενδιαφέρει και μόνο: ο δρόμος. Την τεχνική τη μαθαίνουν μέσα από τα κομμάτια που παίζουν και μαθαίνουν τόση όσο χρειάζονται για να μπορούν να τα εκτελέσουν.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Τζουράς: τούρκικη λέξη που σημαίνει «μικρός». Οι Τούρκοι έτσι ονομάζουν κάθε μικρό όργανο που βγάζει ψηλή φωνή.
2. Από το βιβλίο της Δέσποινας Μαζαράκη Το Λαϊκό Κλαρίνο.
3.Καφέ-Αμάν: καφενείο που έχει πάλκο για μουσική και χορευτικά νούμερα. Οι μουσικοί έπαιζαν τραγούδια αλά τούρκο (γύφτικα) και οι γυναίκες χόρευαν. Προπολεμικά υπήρχαν στην Αθήνα, στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις αλλά και στα μεγάλα και πιο εξελιγμένα χωριά. Η μουσική βεβαίως ήταν πιο απαλή και ο ήχος των οργάνων εξευγενισμένος σε σχέση με τον τρόπο παιξίματος στα πανηγύρια της υπαίθρου. Το παίξιμο στα Καφέ-Αμάν έπρεπε να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον ενός κοινού που απλώς παρακολουθούσε και δεν συμμετείχε πλέον ενεργά στα μουσικά τεκτενόμενα. Στα Καφέ-Αμάν πολλά παραδοσιακά κομμάτια προσαρμόστηκαν στις καινούργιες απαιτήσεις του τόπου και του χρόνου.
4.   Από το βιβλίο του Φοίβου Ανωγειανάκη Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Φοίβος Ανωγειανάκης: Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα.
2. Δέσποινα Μαζαράκη: Το Λαϊκό Κλαρίνο.
3. Σταύρος Καράκασης: Ελληνικά Μουσικά Όργανα, Αρχαία - Βυζαντινά - Σύγχρονα.


Πηγή: «ΤΕΤΡΑΜΗΝΑ»

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης 
Λαμίας
1993 ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΤΕΦΟΣ & ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ( φωτογραφικό αρχείο Θ Στέφου ) 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Παγίδες για πουλιά

Παγίδες για πουλιά
[Λαογραφικά από τη ζωή των παιδιών της υπαίθρου]
(του Γεράσιμου Γρηγόρη σε διασκευή του Τάκη Ευθυμίου)
Οι παγίδες των πουλιών, σε παλιότερες εποχές, για τα παιδιά της υπαίθρου δεν ήταν απλά ένα  παιχνίδι που περνούσαν τις ώρες τους, τα καλοκαίρια, αλλά έπαιζαν και το ρόλο της ωφελιμότητας του κυνηγιού για βιοποριστικούς λόγους.
Τρία ήταν τα είδη των παγίδων που χρησιμοποιούσαν παλιά τα παιδιά της επαρχίας για να πιάνουν τα πουλιά: Η πετροπαγίδα, η ξυλοπαγίδα και το τενέλι.
Η πετροπαγίδα ή τσάκα αποτελούνταν από δυο πέτρες, μια πλακουδερή, την πλάκα, και μια τετράγωνη, το αντιστύλι, από τρία ίσια ξυλαράκια και από ένα πιο κοντό, πελεκημένο ή καμωμένο από σχισμένο καλάμι. Αυτό το τελευταίο το λένε σοφιλιαστάρι επειδή μ’ αυτό σοφιλιάζεται, δηλαδή στήνεται η παγίδα και πάνω σ’ αυτό ακουμπούσαν τα άλλα τρία ξυλαράκια. Αφού διάλεγαν το μέρος που θα έστηναν την τσάκα, έστρωναν στην κατάλληλη θέση τις δυο πέτρες και ανασήκωναν την πλάκα σε λοξή θέση.  Ακουμπούσαν στην κόψη της τετράγωνης πέτρας, με μικρή κλίση, το σοφιλιαστάρι και στην κορυφή του τοποθετούσαν το πρώτο ξυλαράκι, έτσι που να κρατούσε ανασηκωμένη την πλάκα. Δεν άφηναν το χέρι τους από το σοφιλιαστάρι αν δεν έβαζαν και στην κάτω άκρη του και τα δυο άλλα ξυλαράκια ακτινωτά, ώστε να ακουμπούν αντίστοιχα στα πλάγια της πλάκας, προς τη βάση της. Έτσι στήνονταν  η παγίδα. 
Για δόλωμα σκορπούσαν σπειριά δημητριακών κάτω από την πλάκα. Μερικές φορές έσκαβαν από κάτω μια λακούβα για να πιάσουν ζωντανό το πουλί. Συμπληρωματικά, κρεμούσαν κι από πάνω μια ακρίδα, με ανοιγμένα φτερά, ή ένα σκουλήκι για ζωντανό δόλωμα. Δίπλα στην παγίδα έστηναν και το πόστο που ήταν μια μακρουλή πέτρα ή ένα ξύλο μπηγμένο στο έδαφος, για να καθίσει το ανυποψίαστο πουλί. Απ’ αυτή τη θέση το πουλί μόλις έβλεπε το δόλωμα χυμούσε για να χορτάσει την πείνα του. Τρώγοντας όμως λαίμαργα, όλο και κάποιο από τα ξυλαράκια θα σκουντούσε απρόσεχτα με αποτέλεσμα να πέσει η πλάκα και να πιαστεί.
Η ξυλοπαγίδα είχε άλλη κατασκευή και άλλο μηχανισμό. Αποτελούνταν από τη βέργα, τα αδραξούλια (ίσια ξυλάκια), το σκουληκαντήρι, την κολόνα και το σουβλί. Μια γερή βέργα λυγαριάς ή αγριελιάς λυγίζονταν και κρατιόνταν σε σχήμα τόξου, δεμένη με δυο παράλληλα δεσίματα διπλού σπάγκου. Τα αδραξούλια περνούσαν κάθετα, σε κανονικές αποστάσεις, με χιασμό των διπλών σπάγκων και ξαναδένονταν στην καμπύλη του τόξου, αφήνοντας στο κέντρο του να κρεμόταν η θηλιά. Το σκουληκαντήρι γίνεται από χοντρή φρέσκια κληματόβεργα. Την έκοβαν με τον κόμπο της και την πελεκούσαν και την ξεμύτιζαν, τη γύριζαν και έχωναν τη μύτη της στην ψύχα προς τον κόμπο. Κάτω από τον κόμπο κάρφωναν με αγκάθι γκορτσιάς ή παλιουριού το σκουλήκι. Το σκουληκαντήρι το περνούσαν σαν σκουλαρίκι στο μεσιανό αδραξούλι.
Έστηναν την ξυλοπαγίδα περνώντας την κολόνα ανάμεσα από τ’ αδραξούλια της, στο επάνω μέρος, αφού τη στέριωναν στη γη. Στη διχάλα της κολόνας ακουμπούσαν το σουβλί, που η μια άκρη του κρατιόνταν στη θηλιά και η άλλη, η μυτερή, στο σκουλκαντήρι, αλλά ίσα-ίσα να στέκονταν. Φόρτωναν με λίγες αμάδες την παγίδα για να ‘χει βάρος και λίγο πιο πέρα έστηναν το πόστο. Έτσι όλα ήταν έτοιμα. Το σκουλήκι έπρεπε να ήταν ζωντανό για να κουνιόταν. Όταν έβλεπε τέτοιο δόλωμα το πουλί ήταν αδύνατο να μην πέσει στον πειρασμό και να μην ριχτεί. Έτσι, συνήθως, πιανόταν ζωντανό.

Το Τενέλι βασιζόταν στην ευλυγισία χλωρού κλαδιού και στη θηλιά. Υπήρχαν δυο τύποι, ο ένας ήταν με κολόνα (ίσιο ξύλο σε μέγεθος μπαστουνιού) που μπήχνονταν γερά στη γη. Η κορυφή του ήταν πελεκημένη και τρυπημένη για να έμπαινε το ποδόξυλο ή καθίστρα (ένα μικρό ξυλαράκι ξεμυτισμένο σαν μολύβι).
 Είχαν κι ένα γερό σπάγκο διπλό, που την αναδιπλωμένη άκρη του την κομπόθιαζαν, αφήνοντας μια μικρή θηλιά. Η άλλη άκρη του δένονταν χαμηλότερα σε κάποιο κοντινό λυγερό κλαδί ή σε βαθειά μπηγμένο ελαστικό κλαδί. Λύγιζαν το κλαδί προς το μέρος της κολόνας, τεζάροντας τον σπάγκο και πέρναγαν τη θηλιά και τον κόμπο από την τρύπα. Με το ποδόξυλο οριζόντιο βούλωναν την τρύπα για να μην περνάει ο κόμπος και τη στέριωναν τόσο, ίσα-ίσα για να στέκονταν. Άνοιγαν τη θηλιά κύκλο και την ακουμπούσαν με προσοχή πάνω στο ξυλαράκι. Το τενέλι ήταν πια στημένο. Μόλις καθόταν εκεί το πουλί με το βάρος του ενεργοποιούσε την παγίδα και πιανόταν με τη θηλιά από τα πόδια ζωντανό.
Άλλος τύπος τενελιού ήταν μια γερή βέργα λυγισμένη σε σχήμα τόξου, αλλά ανάποδα στημένη, με τις άκρες προς τα πάνω και την καμπύλη προς τα κάτω στερεωμένη στη γη ή πάνω σε κλωνάρι δένδρου. Το ένα άκρο ήταν πελεκημένο και με τρύπα και στο άλλο δεμένος ο διπλός σπάγκος με τη θηλιά. Το πουλί πιάνονταν όπως και στον προηγούμενο τύπο τενελιού.

Οι παγίδες αυτές στήνονταν στα αλώνια, όταν άδειαζαν από τις θημωνιές, στα χωράφια, σε κήπους και σε μέρη που περνούσαν συχνά τα πουλιά. Περιστερουδιές, δαγκανιώροι και συκοφαγάδες ήταν συνήθως τα θηράματα.  Τα σπουργίτια σπάνια πιάνονταν με τις παγίδες επειδή είναι πονηρά πουλιά.
Μ’ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά περνούσαν τα καλοκαίρια τους. Τα πουλιά που έπιανε η παρέα τα θεωρούσε τρόπαια και αποτελούσαν γι’ αυτά μια διαφορετική λιχουδιά όταν τα τηγάνιζαν με κάνα δυο αυγά χτυπημένα. Έτσι αρταίνονταν τα ξελιγωμένα από τη χορτοφαγία και την οσπριοφαγία παιδιά της επαρχίας εκείνους τους στερημένους καιρούς!

Πηγή: «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο»

Κυνήγι με τη σφενδόνα ( από  το http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/ )



Κυνήγι με τη σφεντόνα
[Παιδικά κι απερίσκεφτα]
Του Τάκη Ευθυμίου
Η σφεντόνα ή καλύτερα λάστιχο όπως το λέγαμε εμείς ήταν το συνηθισμένο κυνηγητικό μας όπλο. Μερικές φορές χρησιμοποιούσαμε τη σφεντόνα και στον πετροπόλεμο. Την κατασκευάζαμε μόνοι μας μ’ ένα διχαλωτό κλωνάρι (τσιατάλα), δυο λάστιχα που κόβαμε από σαμπρέλα αυτοκινήτου ή στην καλύτερη περίπτωση προμηθευόμασταν από τα μπακάλικα της γειτονιάς κι ένα κομμάτι δέρμα, θήκη για τα βόλια που εκτοξεύαμε, κομμένο από παλιά παπούτσια.
Μη φαντασθείτε βέβαια πως κυνηγούσαμε κοτσύφια και μεγάλα πουλιά. Κανένα σπουργιτάκι, κομπαγιανάκι και τα κιτρινάκια ήταν ο στόχος μας. Τα βόλια ήταν μικρές στρογγυλές πέτρες που αφθονούσαν στο χαλιά του Σπερχειού.
Κάποιο παιδί της μεσαίας γειτονιάς που έμεινε κοντά στο νεκροταφείο σκέφτηκε την εξής ιδέα. Να χρησιμοποιούμε για βόλια χαλικάκια ψηφίδας τυλιγμένα σε χαρτί σαν σκάγια για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Μάλιστα, κατασκευάζαμε και αυτοσχέδιες καραμπίνες με λάστιχο για σταθερότερη σκόπευση. Φυσικά την  ψηφίδα οι τολμηροί την προμηθεύονταν από τα μνήματα του Νεκροταφείου. Με την ψηφίδα είχαμε τη δυνατότητα να σκοτώσουμε δυο μαζί πουλιά κι αυτό θεωρούνταν σπουδαίο κατόρθωμα. Ο Σπύρος και ο Δημητράκης τα κατάφερναν καλύτερα απ’ όλους μας!
Στη γειτονιά μου υπήρχε ένας πλάτανος όπου το σούρουπο κούρνιαζαν κάτι παχιά σπουργίτια. Ο φίλος μας ο Βασίλης μάς παρότρυνε να πάμε το βράδυ με το φακό να τα θαμπώσουμε και να τα τουφεκάμε εύκολα με το λάστιχο. Έτσι κι έγινε! Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι δεν λαθέψαμε ούτε μια φορά. Ήταν μια καθαρή γενοκτονία σπουργιτών που αργότερα βέβαια το μετανιώσαμε πικρά, αφού διαπράξαμε το έγκλημα από καπρίτσιο και παιδικό εγωισμό, ως σπουδαίο κυνηγητικό άθλο!
Μια άλλη φορά που χιόνισε βγήκα μοναχός μου κυνήγι με το λάστιχο στο Κουτσομύλι για κιτρινάκια που ήταν εύκολη λεία μιας και ήταν απολύτως απορροφημένα στο τσιμπολόγημα των πλατανοκούβαρων. Όπως μετακινιόμουν προσεχτικά για να τα σκοπεύσω να σου μπροστά μου ο γυμνασιάρχης με το δίκανο! Πάγωσα!
-Πως πάει το κυνήγι βρε; με ρωτάει. Εγώ προκειμένου ν’ αποφύγω τις συνέπειες, αφού η σφεντόνα θεωρούνταν απαγορευμένη για μας, του λέω:
-Να το χαλάσω το λάστιχο;
-Γιατί βρε τι σου φταίει; μου απαντάει αφοπλιστικά.

Αυτό μου έφτανε. Το βάζω στα πόδια για το σπίτι σχηματίζοντας την εντύπωση πως μου επέτρεψε να κυνηγάω και από τότε το διατυμπάνιζα στους φίλους μου με καμάρι!

Έρχεται το γρήγορο ίντερνετ στα χωριά μας

Ανάπτυξη Ευρυζωνικών Υποδομών σε Αγροτικές “Λευκές” Περιοχές Φωκίδας
Ποια χωριά και συνοικισμοί της Δωρίδας εντάσσονται 

Η Φωκίδα εντάχθηκε, στο μεγαλύτερο τμήμα της, στο έργο με τίτλο «Ανάπτυξη Ευρυζωνικών Υποδομών σε Αγροτικές “Λευκές” Περιοχές της Ελληνικής Επικράτειας και Υπηρεσίες Εκμετάλλευσης - Αξιοποίησης των Υποδομών με ΣΔΙΤ» και συγκεκριμένα στο Lot 2 (περιοχή όπου εντάσσεται η Στερεά Ελλάδα) με ανάδοχο την εταιρεία ειδικού σκοπού RURAL CONNECT ΕΥΡΥΖΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΕΕΣ (ΙΝΤΡΑΚΑΤ).

Όπως ανακοίνωσε ο βουλευτής Φωκίδας Ηλίας Κωστοπαναγιώτου εντός του έτους, διαβεβαίωσε η Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, αναμένεται και η υλοποίηση του έργου, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα.

Τα χωριά και οι συνοικισμοί της Δωρίδας που εντάχθηκαν είναι:

Άβορος, Αλποχώρι, Αμυγδαλιά , Αρτοτίνα, Βραΐλα, Δάφνος, Διακόπι, Διχώρι, Δροσάτο, Δωρικό, Ζωριάνος, Ι.Μ. Βαρνάκοβας, Κάλλιο, Κάμπος, Καρούται, Καστράκι, Κερασιά, Κλήμα, Κόκκινος, Κονιάκος, Κουπάκι, Κριάτσι, Κροκύλειο, Λεύκα, Λευκαδίτη, Μαγούλα, Μοναστηράκι, Παλαιόμυλος, Παλαιοχώρι, Παραλία Σεργούλας, Πενταγιοί, Πεντάπολη, Περιβόλι , Περιθιώτισσα, Πηγή, Πύργος, Σκάλωμα, Στύλια, Συκιά, Σώταινα, Τείχιο, Τρίστενο, Υψηλό Χωριό, Φιλοθέη, Χιλιαδού.



Ασύρματο ίντερνετ στο Κροκύλειο

Η έλευση οπτικής ίνας στα χωριά μας είναι πολύ σημαντική και θα βελτιώσει την ποιότητα διαμονής των κατοίκων και επισκεπτών.  Έχουμε την εντύπωση πως η Φωκίδα αρχικά ήταν εκτός του προγράμματος, κάτι το οποίο απ' ότι φαίνεται γίνονται προσπάθειες να διορθωθεί. Μακάρι το έργο να πραγματοποηθεί γιατί τα χωριά μας εντάσσονται στις "λευκές" περιοχές της επικράτειας, που δεν έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε γρήγορο ίντερνετ. Το πρόβλημα αυτό προσπαθούν να το μετριάσουν κάποια από τα χωριά με την ανάπτυξη δικτύου wi-fi, μεταφέροντας σήμα (με ασύρματη ζεύξη) από το Λιδωρίκι (Κροκύλειο, Περιβόλι) ή το Παλιοξάρι (Αλποχώρι). Αυτά τα δίκτυα που αναπτύσσονται με κόστος των ίδιων των κατοίκων, έχουν πολλά προβλήματα και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν σε ταχύτητα, ποιότητα και αξιοπιστία την οπτική ίνα.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017


Το ηρώο των πεσόντων στην πλατεία του Αγίου Βασιλείου 

Υπέρ πατρίδος πεσόντες ....

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Απόσπασμα από το εγκόλπιο , των απανταχού Κοκκινιωτών Δωρίδος ,( συγγραφέας ο  δάσκαλος Θεμιστοκλής  Κοράκης, έκδοση 1990 ).

Οι καστανιές του Χωριού 
Βόρεια - Ανατολικά του χωριού , και σε απόσταση 3 περίπου χιλ. από το χωριό και μετά από πορεία δια μέσου αρκετά καλού βατού αυτοκινητόδρομου , συναντούμε το μικρό δάσος των παμπάλαιων καστανιών . Οι καστανιές αυτές όπως αναφέρω είναι παμπάλαιες και υπολογίζεται περίπου ηλικία τους το λιγότερο 4 αιώνων ( 400 χρόνια ) .  Δηλαδή αρχάς του 1600 μ.χ .
Είναι και αυτές μια από τις όμορφες τοποθεσίες και ωραίο κόσμημα του χωριού . Στο μέσον αυτών βρίσκεται σαν διαμαντόπετρα το ευλαβικό πανοραμικό εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος.  Στις 6 Αυγούστου που γιορτάζει το εκκλησάκι οι κάτοικοι του χωριού καθώς και άλλοι προσκυνητές από τα γειτονικά χωριά συγκεντρώνονται στο χώρο αυτόν για να εορτάσουν την Μεταμόρφωση του Σωτήρος , να κουβεντιάσουν για διάφορα ευκαιριακά θέματα και το σπουδαιότερον  να απολαύσουν τον δροσερό και παχυλό ίσκιο , μέσα στην Αυγουστιάτικη ζέστη του καλοκαιριού .
 Οι καστανιές αυτές παλαιότερα αποτελούσαν για το χωριό βασικούς πόρους διατροφής αλλά και εισόδημα με το οποίο κατα ένα μέρος ζούσαν οι κάτοικοι του χωριού.
 Τα κάστανα αυτά τα οποία μάζευαν ήταν ένα μέρος της τροφής των , αλλά ήταν και προϊόν εμπορίου με ανταλλαγή με αλλά προϊόντα .Χαρακτηριστικόν είναι  οτι μερικοί από τους κατοίκους τότε , με ζώα μετέφεραν στην Άμφισσα τα κάστανα και έπαιρναν ελιές .  Ένα κιλό κάστανα - ένα κιλό ελιές έτοιμες προς βρώσην.

Σήμερα οι καστανιές αυτές δεν είναι προσοδοφόρες καθόσον λιγοστά είναι τα κάστανα , αλλά είναι ένας περίπατος και μια ασχολία των κατοίκων , συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου.
Αυτά έχουμε να γράψουμε για το πανοραμικό τοπίο των καστανιών , ένα ακόμη στόλισμα για το χωριό.
εγκόλπιον απανταχού Κοκκινιωτών Δωρίδος

συγγραφέας, Κοράκης Θεμιστοκλής




Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Αγαπητοί φίλοι και μέλη τού συλλόγου Κόκκινου Δωρίδας σας προσκαλούμε την Κυριακή 11πμ στις 5..3..2017 για την κοπή πρωτοχρονιάτικης πίτας καθώς και εκλογές του νεου Διοικητικού συμβουλίου του πολιτιστικού συλλόγου μας στην στεγη τής Δ ωρικης αδελφοτητας Παγκράτι ιερωνος σας ευχαριστούμε.

Αθανάσιος Κωνσταντόπουλος 
θέση Μαρμαράκι στο κάμπο του χωριού οπου το σπίτι των Μπερτσέων .
Η φωτογραφία είναι του 1976 ,ο τόπος έχει έντονα αλλοιωθεί από τα έργα για την κατασκευή του φράγματος Μόρνου .

Προγόνων αναμνήσεις. Σπύρος Α Κολοκύθας 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017


Λιδωρίκι αρχές 1960 φωτογραφία από τον Α  Παντέλη  (Βαρδουσιώτης)

Μαθαίνοντας τους γειτόνους μας 


Οι παρακάτω πληροφορίες είναι από http://avoros-dorida.blogspot.gr/


Άβορος

Από το 1836 το χωριό ανήκει στο Δήμο Αιγιτίου ως Άβουρος και από το 1869 ως Άβορος. Στα 1912 αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα. Βρίσκεται στην πλαγιά της Αετοράχης σε υψόμετρο 750 μ., και περιβάλλεται από δάσος με δρυς και καστανιές, έχοντας στα πόδια του συστάδες από πουρνομαζιές, ρείκια, κουμαριές, αριές, μέλεγες, ακακίες καθώς και υπεραιωνόβια ψηλά πλατάνια, γι’ αυτό η περιοχή τους αποκαλείται «Βαθιά πλατάνια». Αγναντεύει τις βουνοκορφές της Γκιώνας, της Οίτης, των Βαρδουσίων και τμήμα της λίμνης του Μόρνου. Η ίδρυση του χωριού άγνωστη, χάνεται βαθιά στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Κατά την παράδοση, το παλιό χωριό βρισκόταν στη θέση Κυράσοβο, κοντά στο Μόρνο και στο σημερινό φράγμα, όπου σώζονται υπολείμματα παλαιών κτισμάτων. Οι άνεμοι και η υγρασία ανάγκασαν τους κατοίκους να μετεγκατεσταθούν στη σημερινή θέση, όπου εξασφάλισαν άφθονο νερό. Κάποιες οικογένειες πέρασαν απέναντι σε τοποθεσία πριν από το Παλαικάτουνο (σημερινό Κροκύλειο), όπου δημιούργησαν μικροοικισμό, τον Αβορίτη (μικρός Άβορος).
Μία από αυτές τις οικογένειες, ο Δημήτριος και η Βασιλική Τριανταφύλλου, υπήρξαν οι γονείς του Γιάννη Μακρυγιάννη, του θρυλικού αγωνιστή, στρατηγού του 1821 και ιστοριογράφου. Στο σημείο αυτό είχε στηθεί η προτομή του ήρωα, η οποία τώρα έχει μεταφερθεί στην είσοδο του Κροκυλείου. Η παράδοση πάλι αναφέρει ότι ο Άβορος υπήρξε μετόχι της μονής της Βαρνάκοβας και η άποψη αυτή ενισχύεται από τοποθεσία «Μετόχι», όπου υπήρχαν ίχνη ναΐσκου. Κοντά εκεί σώζεται και η ονομασία «κελί».
Το όνομα του χωριού δεν άλλαξε, αν και αρχικά θεωρήθηκε σλαβικής προέλευσης η ονομασία του. Κατά τους ντόπιους για την ετυμολογία της λέξης υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία φέρει τη λέξη προερχόμενη από τη λέξη βορός, που σημαίνει μαντρί βοοειδών και με το στερητικό α σημαίνει τόπο ακατάλληλο για μαντριά βοοειδών, όπως και είναι. Η άλλη θέλει τη λέξη σχετιζόμενη με το ρήμα βιβρώσκω (τρώγω), παράγωγο = βορά = τροφή, βορός, αχόρταγος και με το α, όχι αχόρταγος, χορτάτος. Ο Άβορος διέθετε πέντε νερόμυλους και οι κάτοικοι ήταν χορτάτοι από ψωμί, αλλά και από κτηνοτροφικά προϊόντα. Η εκδοχή αυτή θα είχε κάποια πιθανότητα, αν την ονομασία την έδιναν φιλόλογοι. Πάντως, στο Σερβο – Ελληνικό λεξικό βρήκαμε τη λέξη βουρός, που ερμηνεύεται ως πέτρινο περιτοίχισμα για σταυλισμό βοοειδών. Είναι η πιθανότερη εκδοχή, γιατί το 1836 το χωριό φέρεται με την ονομασία Άβουρος.
Όπως αναφέρει ο Κ. Δημόπουλος στο βιβλίο του «Δήμος Σκαλτσάς», ο Άβορος και τα κτήματά του ήταν τσιφλίκι του Φερχάτ Εφέντη, πρώην διοικητή του Λιδωρικίου και κατά το 1821 βοεβόδα των Σαλώνων. Περί το τέλος της επαναστάσεως επανήλθε στο Λιδωρίκι, αγόρασε με πειθαναγκασμό τον Άβορο και αγωνιζόταν έκτοτε να αναγνωριστεί η κυριότητα αυτή των Τούρκων. Κοντά στο Αβορόρεμα οι Τούρκοι είχαν αποθήκες και αποθήκευαν τα εισοδήματά τους από τη φορολογία (δεκάτη). Η θέση ονομαζόταν «μαγαζιά». Τα ίχνη των κτηρίων αυτών σκεπάστηκαν από τα νερά της λίμνης.
Η παλαιά εκκλησία Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που φέρεται κι αυτή σαν μετόχι της Βαρνάκοβας, έφερε την ονομασία «λόντζα» και θα πρέπει να υπήρξε ένα είδος κατακόμβης, γιατί ήταν σχεδόν υπόγεια και κατέβαιναν 10 – 12 σκαλοπάτια για να μπουν μέσα. Μη γνωρίζοντας οι χωριανοί την αξία της, την κατεδάφισαν και κατασκεύασαν νέα ομώνυμη στη θέση της το 1898, χρησιμοποιώντας υλικά και από την παλαιά. Ένα αγκωνάρι της παλαιάς που εντοιχίστηκε στη νέα, φέρει φθαρμένη σκαλιστή χρονολογία 292. Πρόκειται μάλλον για 1292 και έχει σβηστεί το ένα (1). Το ζωγραφιστό τέμπλο της παλαιάς εκκλησίας με ανεξίτηλα μέχρι σήμερα χρώματα, τοποθετήθηκε στα εξωκλήσια Άγ. Ιγνάτιο και Άγ. Γεώργιο. Υπάρχουν και τα εξωκλήσια Μεταμόρφωση του Σωτήρος και το πρόσφατα χτισμένο στην Αβορόραχη, αφιερωμένο στον Προφ. Ηλία και Αγ. Αθανάσιο.
Την παραμονή, ανήμερα της 15ης Αυγούστου και την επομένη γίνεται στον Άβορο το παραδοσιακό και μοναδικό πανηγύρι στην περιοχή στην μεγάλη πλατεία. Την τρίτη ημέρα κλείνει με διασκεδαστικά δρώμενα, όπως τραγούδια, τολμηρούς χορούς (πανωζέ), επίκαιρα σκετς, ο χορός του στολισμένου γαϊδάρου, τρίψιμο του πιπεριού και το σπάσιμο της κολοκύθας.


επιφανείς συμπατριώτες μας


Μακρυγιάννης (Ἀβορίτι Κροκύλιο  Δωρίδας 1797 - Ἀθήνα 1863)

Ἀγωνιστὴς τοῦ 1821, στρατιωτικὸς καὶ δραστήριο πολιτικὸ πρόσωπο μετὰ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους, αὐτοδίδακτος συγγραφέας Ἀπομνημονευμάτων. Τὸ πραγματικό του ὄνομα ἦταν Ἰωάννης Τριανταφυλλοδημήτρης. Τὸ 1820 μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία καὶ ἀπὸ τότε ἀφοσιώθηκε στὸν Ἀγώνα. Πῆρε μέρος σὲ πολλὲς μάχες. Κατὰ τοὺς ἐμφύλιους τάχθηκε στὸ πλευρὸ τῶν κυβερνητικῶν καὶ μετὰ εἰσέβαλε στὴν Πελοπόννησο καὶ ἔμεινε ἐκεῖ γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴν ἄμυνα ἐναντίον τοῦ Ἰμπραήμ. Ὑπερασπίστηκε ἡρωικὰ τὴν Ἀκρόπολη, ὅπου τραυματίστηκε τρεῖς φορές. Ἡ ἐπαναστατική του δράση κλείνει μὲ τὴ συμμετοχή του στὶς ἐπιχειρήσεις τοῦ Πειραιᾶ τὸ 1827. Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Καποδίστρια διορίστηκε «Γενικὸς ἀρχηγὸς Σπάρτης». Δυσανασχετώντας γιὰ τὴν ἀπραξία τῆς θέσης ἄρχισε νὰ γράφει τὰ «Ἀπομνημονεύματα» (1829). Χαιρέτησε μὲ θερμὰ λόγια τὴν ἄφιξη τοῦ Ὄθωνα, γρήγορα ὅμως ἀπογοητεύτηκε καὶ στράφηκε στὴν καλλιέργεια τῆς γῆς. Ὡς δημοτικὸς σύμβουλος ἔπεισε τὸ δημοτικὸ συμβούλιο τῆς Ἀθήνας τὸ 1837 νὰ ὑποβάλει στὸν Ὄθωνα ἀναφορὰ γιὰ τὴν παραχώρηση Συντάγματος. Ἡ πράξη του αὐτὴ ὁδήγησε στὴν παύση του, διάλυση τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ στὸν κατ᾿ οἶκον περιορισμὸ τοῦ ἰδίου. Ἀπ᾿ τὸ παλάτι θεωρήθηκε ὡς ὁ κύριος ὀργανωτὴς τῆς συνωμοτικῆς κίνησης ποὺ ὁδήγησε στὴν Ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Τὸ Μάρτιο τοῦ 1853 δικάστηκε ἀπὸ στρατοδικεῖο γιὰ ἐσχάτη προδοσία καὶ καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Ἀποφυλακίστηκε ἀργότερα μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ Δημητρίου Καλλέργη. Μετὰ τὴν ἔξωση τοῦ Ὄθωνα τοῦ ξαναδόθηκε ὁ τίτλος τοῦ ἀντιστρατήγου (1862).

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Νικόλαος Κοράκης , στην αυλή του σπιτιού του   (γεννήθηκε το 1900 και απεβίωσε το 1998 )


1962, Ο Αθανάσιος Στέφος στο μαγαζί του

Ανάβαση στη Γκιώνα

Ανάβαση στη Γκιώνα, κορυφή Πυραμίδα 2510 μ (5/6/2016) 
                                              [Του Στέφανου Σταμέλλου]        
Η Γκιώνα, το βουνό του Γκιώνη, του Γιάννη, στα Αρβανίτικα, είναι το πέμπτο βουνό της Ελλάδας σε ύψος, μετά τον Όλυμπο, τον Σμόλικα, το Βόρρα (Καιμακτσαλάν), και τον Γράμμο. Είναι από τα πιο αγαπημένα βουνά των ορειβατών και των αναρριχητών. Πολύπαθο βουνό με πλούσια ιστορία τόσο από την τουρκοκρατία, όσο κι από την Εθνική μας Αντίσταση, τα γνωστά λημέρια της Γκιώνας.

Πολύπαθο κι από την σκοπιά της εκμετάλλευσης του υπόγειου πλούτου της, του βωξίτη, που έχει ως συνέπεια το ξεκοίλιασμα και την κατασπατάληση της φυσικής του ομορφιάς, του τοπίου και του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι γνωστές άλλωστε οι διαμαρτυρίες των κατοίκων και των φορέων της περιοχής, ιδιαίτερα της βορειοανατολικής πλευράς του βουνού, οι  οποίες δυστυχώς καταλήγουν σε «ώτα μη ακουόντων».

Βουνό κατάφυτο από έλατα και κέδρους, αποτελείται, όπως και ο Παρνασσός, από ασβεστολιθικά στρώματα και είναι ανεπιφύλακτα ένα από τα σπουδαιότερα ορεινά φυσικά οικοσυστήματα της Στερεάς Ελλάδας. Στη Γκιώνα, έχει επιβιώσει ένας πολύ μικρός πληθυσμός αγριόγιδων, απειλούμενο διαρκώς, καθώς και πολλά είδη αρπακτικών πουλιών. 

Η κορυφή έχει τρεις βασικές προσβάσεις. Τη νότια, από το Φαράγγι της Ρεκάς και τη Βίνιανη Φωκίδας, τη βορειοδυτική από το Λαζόρεμα και την Συκιά, και την πιο γνωστή, τη βορειοανατολική, από τα Μνήματα και την Καλοσκοπή (ή Κουκουβίστα, φωλιά του Κούκου, σλάβικο όνομα). Πολύ γνωστό είναι και το Μονοπάτι του Καραγιάννη με πολύ δύσκολη ανάβαση. Το μονοπάτι του Καραγιάννη, ξεκινά από το Λαζόρεμα στα 1200μ. και καταλήγει στη κορυφογραμμή νότια της κορφής στα 2450μ. Υπάρχουν επίσης αρκετές ακόμη δευτερεύουσες ορειβατικές διαδρομές.

Έχει ένα καταφύγιο που είναι στη διαδρομή της Ρεκάς – κορυφή στη θέση «Λάκα Καρβούνη» και ανήκει στον Πεζοπορικό Όμιλο Αθηνών(ΠΟΑ). Επίσης υπάρχουν πολλά καλά και γνωστά αναρριχητικά πεδία, όπου γίνονται και μαθήματα για νέους αναρριχητές. Εδώ είναι και η μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων(1.100μ γκρεμός) πάνω από το χωριό Συκιά, την οποία ανέβηκε αναρριχητικά πρώτη φορά τη δεκαετία του ’50 ο Μιχαηλίδης.

Είναι γνωστή για τις χειμερινές αναβάσεις, γιατί έχει μια σχετικά εύκολη ανάβαση, ακόμη και με άσχημες καιρικές συνθήκες. Η γνωστή σε όλους τους ορειβάτες «Βαθιά Λάκα» είναι το οροπέδιο κάτω και βόρεια της κορυφής, που το χειμώνα συναντάει κανείς ορειβάτες με σκηνές. Παλαιότερα ήταν πλούσιος καλοκαιρινός βοσκότοπος για τα πρόβατα, με αρκετές στρούγκες

Οι ορειβάτες της Λαμίας και της γύρω περιοχής θεωρούμε «υποχρέωσή» μας να κάνουμε δύο αναβάσεις το χρόνο στη Γκιώνα, μια χειμερινή και μια …άλλη. Αυτή τη φορά μας «μπήκε» να δοκιμάσουμε τις δυνάμεις μας με το Χρήστο παραβιάζοντας την βασική αρχή της ορειβασίας, των «τριών ατόμων στο βουνό». Χωρίς πολλές περιστροφές φύγαμε οι δυο μας ακολουθώντας τη γνωστή διαδρομή: Λαμία, Παύλιανη, Καλοσκοπή. Πριν την Καλοσκοπή φεύγει χωματόδρομος δεξιά προς το βουνό και ακολουθούμε τα σήματα, γιατί έχει πολλές διασταυρώσεις. Περνώντας τη βρύση με το κανάλι ο δρόμος γίνεται δύσκολος και αναγκαστικά αφήνουμε το αυτοκίνητο στις πρώτες τραβέρσες. 

Από κει ακολουθούμε το μονοπάτι και τα κόκκινα σημάδια για κορυφή. Περνώντας τη Βαθειά Λάκα, αφήνουμε το μονοπάτι και κάνουμε τη γνωστή κόψη πάνω από το οροπέδιο «κυνηγώντας» τα λούκια με το ελάχιστο χιόνι… Είπα στο Χρήστο να κάνουμε και έναextreme κομμάτι. “Ο άνθρωπος χρειάζεται δυσκολίες. Είναι απαραίτητες για την υγεία”όπως λέει ο Ελβετός ψυχίατρος Karl Jung. Σε 3 ώρες φθάσαμε στην κορυφή με ένα σχετικά αργό περπάτημα φωτογραφίζοντας τα λουλούδια και τις ομορφιές του βουνού. 

Ευχάριστη έκπληξη τα τρία αγριόγιδα κάτω από την κορυφή, που μας κατάλαβαν από πολύ μακριά και έτρεξαν να κρυφτούν βορειοδυτικά προς την ορθοπλαγιά. Προλάβαμε ευτυχώς να τα φωτογραφίσουμε. Όλη η περιοχή Ρεκά - Βαθιά Λάκκα - Λαζόρεμα είναι ο τυπικός βιότοπος του αγριόγιδου, αυτού του πανέμορφου και σπάνιου θηλαστικού, που στην Γκιώνα, όπως και στην Οίτη, έχει βρει το κυριότερο καταφύγιό του στη Νότια Ελλάδα. Κανείς δεν ξέρει πόσα ακριβώς είναι ακόμα, αλλά είναι σίγουρο ότι διαρκώς λιγοστεύουν, κυρίως από το παράνομο κυνήγι.
Στην κορυφή συναντήσαμε και τη μικρή ομάδα του Ορειβατικού Συλλόγου Αιγίου, οι περισσότεροι νέα παιδιά με όρεξη για το βουνό. Για νερό, στη διαδρομή έχει βρύση λίγο πιο κάτω από τη Βαθιά Λάκα. Υπάρχει επίσης και μια βρύση στο τέλος της ανάβασης από το Λαζόρεμα, λίγο πριν το οροπέδιο.

Η επιστροφή πάντα θεωρείται εύκολη, αλλά δύσκολη για τα γόνατα… για όσους θέλουν να έχουν… 

Μέρα καλή - Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος - αλλά …στο βάθος σύννεφα. Εκτός από τα «σύννεφα» της ανεργίας, του μισθού, της σύνταξης και των απαιτήσεων των δανειστών, έχουμε τα βαριά «σύννεφα» της εμπορευματοποίησης των φυσικών πόρων, της έλλειψης σεβασμού στο περιβάλλον και τη φύση, τα «σύννεφα» της κλιματικής αλλαγής, της μη βιωσιμότητας. Μακάρι να φέρουν απλή βροχή και όχι  καταιγίδα… Τη βροχή θα την αντέξουμε. Την καταιγίδα;

Στέφανος Σταμέλλος


Ανακοινωθέν της Ι.Μ. Φωκίδος για την Ι.Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας 

Posted: 31 Jan 2017 07:00 PM PST

Στην δυσάρεστη και τραγική θέση βρέθηκε από εχθές η Ιερά Μητρόπολή μας μετά από την ολοκληρωτική καταστροφική πυρκαϊά που ξέσπασε στο ιστορικό μοναστήρι του 11ου αιώνα Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βαρνακόβης την Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017.

Η πυρκαϊά ξεκίνησε από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία. Οι ισχυρές δυνάμεις της Πυροσβεστικής (Ναυπάκτου, Αχαΐας, Ιτέας, Μεσολογγίου) έδωσαν μάχη με τις φλόγες για να περισώσουν το ιστορικό μοναστήρι. Η φωτιά λόγω της παλαιότητας των εγκαταστάσεων εξαπλωνόταν με ταχύτητα με αποτέλεσμα το έργο της πυροσβεστικής ήταν αρκετά δύσκολο.

Η καταστροφική πυρκαϊά ήταν ολοκληρωτική για το ιστορικό μοναστήρι. Οι 17 περίπου μοναχές είναι καλά στην υγεία τους και κατάφεραν να σώσουν την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Βαρνάκοβας καθώς και τα Ιερά Λείψανα της Μονής.

Σε λίγες ημέρες μετά την αποχώρηση των δυνάμεων της πυροσβεστικής, η Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνακόβης θα ξεκινήσει της προσπάθειες αποκατάστασης των ζημιών με την βοήθεια της Ιεράς Μητροπόλεως αλλά και του κόσμου.

Ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας από την πρώτη στιγμή στάθηκε στο πλευρό των μοναζουσών της Ιεράς Μονής και κάνει έκκληση προς τους πιστούς γνωρίζοντας την κρισιμότητα της οικονομικής συγκυρίας, ώστε να βοηθήσουν προκειμένου να αρχίσει εκ νέου η ανοικοδόμηση του ιστορικού μοναστηριού, καθώς και η επιβίωση των 17 μοναζουσών.

Για την ανοικοδόμηση της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βαρνακόβης, η Ιερά Μονή άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο μπορούν να συνδράμουν όσοι το επιθυμούν για την αναβίωση και πάλι της ιστορικής μονής. Ο λογαριασμός έχει ανοιχτεί στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και ο αριθμός είναι:

IBAN Λογαριασμού GR7101104260000042654500125

Επίσης για πληροφορίες σχετικά με τη μονή μπορείτε να απευθυνθείτε στο τηλέφωνο της Ιεράς Μητροπόλεως 22650 28224 και στο τηλ. της Μονής 6946 248 615.