Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

 οι τσοπάνικες δεισιδαιμονίες  όπως τις κατέγραψε ο Δωριέας ( από ΑΡΤΟΤΊΝΑ ) Λαογράφος Δημ. Λουκόπουλος , (δημοσιεύτηκαν το 1930 ).



Παρουσιάζει:  ο Βίκτωρ Σαμπώ


Δεν αφήνει ο τσοπάνης να χιλιάσουν τα πράματα στο κοπάδι του . Σφάζει ένα δυό , 
μην τύχει και πατήσουν στη χιλιάδα , και τότε χάνεται το βιό ......

Έτσι θέλουν να πούν . Στα παλιά τα χρόνια όμως τάφηναν και χίλιαζαν ,
 αλλά τα ντιλάλαγαν . Έβαναν και φώναζε ένας στη μέση στο χωριό ,
στο μεσοχώρι που λένε , κι’ έλεγε : ο δείνας τα χίλιασε ! Έτσι έκοβαν
 τη βοή του κόσμου , και το βιό δεν πάθαινε τίποτα .


Την ημέρα τ’ Αι – Βασιλειού ταίζουν τα θηλυκά φακή . Έχουνε την ιδέα πως η φακή 

έχει τη δύναμη να τα κάμει να γεννούνε όλο θηλυκά . Επίσης και τον καιρό στον
 μαρκάλο τους δίνουν φακή , – κάνα δυό φορές – και λένε πως πετυχαίνουν το σκοπό τους . 
Η διαλένε τραγί με διχαλωτά λιμπά κι’ αφήνουν τη γίδα μ’ αυτό να μαρκαληθεί . 
Κι’ αν θέλουν να τους γεννήσουν αρσενικά , τα ταίζουν σκοτωμένο τσίτσικα . 
Τον τρίβουν , τον ανακατεύουν με πίτουρα και αλάτι . Τα πράματα ξεγελιόνται
 απ’ το πίτουρο και τον τρώνε . Είναι όμως και πολλά που δεν κοιτάνε κατά τα πίτουρα .
 Τους τα χουμπώνουν λοιπόν με το στανιό στο στόμα . Να τι κάνει η δεισιδαιμονία !


Αν ιδούν πως οι γίδες μαρκαλιόνται με νταμάρια άσογα – όχι καλή ράτσα – και 

πρόκειται να γεννήσουν ζαρικάτσικα , λισβά αρνάκια , τα στρίβουν . Το στρίψιμο
 γίνεται με τ’ αλάτι . Τα ταίζουν δηλαδή αλάτι και παραδέχονται πως ο
 σπόρος που πήραν πάει στα πουφ. Γιά να ξαναγκαστρωθούν , πρέπει να
 μαρκαληθούνε και πάλι . Διώχνουν λοιπόν τα ζαρότραγα απ’ το κοπάδι 
κι’ αφήνουν τα σοιλίτικα νταμάρια μ’ αυτά να μαρκαλιόνται. Παραδέχονται επίσης πως
 άμα φάνε τα γκαστρωμένα χλωρόν καπνό , γυρίζουν , αν έχουν αρσενικό , αλλάζει και 
γίνεται θηλυκό .


Γιά την Αστραπή έχουν δικές τους ιδέες οι τσοπάνηδες . Είναι Αέρηδες , λένε . 

Πολεμάνε αναμεταξύ τους τα θερία . Γιά να ξατμίσουνε , πετάνε τον αστραπόβολο κάτω . Κι’ ο αστραπόβολος πάει σαράντα οργυιές μεσ’ τη γη , κι’ απάνω στις σαράντα θα ξανάβγει πίσω . Μόλις βγαίνει , τον
 κατουράει η Δαιμονική συνεργία , γιά να μην είναι χρήσιμος . Ο Δαίμονας , λένε πως
 πάει και τρυπώνει σε έλατο , σε πράμα , σε άνθρωπο , σε ό,τι ανασαίνει μπροστά του . 
Και γι’ αυτό ρίχνουνε τον αστραπόβολο οι Α’ερηδες και στα πράματα , γιά να βρει και 
σκοτώσει το δαιμόνιο, πούναι τρυπωμένο μέσα τους . Αντίς να βαρέσει κείνο όμως , 
σκοτώνει τα πράματα .


Σφαχτό δεν κάνει να σφάξει η γυναίκα με το χέρι της , γιατί το πράμα πάει θράσιο . 

Επίσης άμα γυναίκα τύχει και σκοτώσει σκυλί , γάτα , ό,τι ζώο , τα καμωτά τα ρούχα 
δεν γένονται , αν τα πάει σε μαντάνι , σε ντριστίλα . Λειτουργιά επίσης δεν γένεται 
( δεν ζυμούται ) ζυμωμένη απ’ τα χέρια της . Μαγαρίζει λοιπόν η γυναίκα από το αίμα ,
 και γι΄αυτό φυλάγεται από τέτοια πράματα .



Έχουν την ιδέα οι τσοπαναραίοι , πως ο δαίμονας φυλάει τα πράματα από κάθε κακό 

και τ’ αυγαταίνει κιόλας , φτάνει να τα βελονιάσουν . Βελόνιασμα είναι : Σουβλερεύουν 
σκύλινο κόκκαλο .Το ξυούν , λιαναίνει και γίνεται ίσια με βελόνι . Τρυπούν το μπούτι του
 κριαριού απ’ το πίσω ποδάρι και το μπήγουν βαθειά στο κρέας , να μη φαίνεται . ‘Ύστερα 
παραδίνουν το νταμάρι . Λένε δηλαδή : να σε πάρει ο διάολος ! Να σου πάρει ο διάολος
 τον κούτουλα σ’ ! τον κόφτη σου ! την καρδάρα ! όλα όσα έχει το βλαχοκόνακο ,
 τα παραδίνουν στο Δαίμονα .
Έρχεται ο καιρός στο μαρκάλο . Το βελονιασμένο περάει τις προβατίνες .
Όλα τ’ αρνιά που γεννιόνται, βγαίνουν βελονιασμένα στο μπούτι . Έχουν δηλαδή κι’ 
αυτά στο μπούτι το σκυλοκοκκαλάκι , πόχει το κριάρι . Μαγαρισμένα είναι , σου λένε , 
τα φυλάει ο Δαίμονας .
Όλες οι αστένιες και τ’΄΄αλλα κακά τα διώχνει ο Δαίμονας , που φυλάει τα βελονιασμένα 
.Ένα μονάχα ελάττωμα έχουν αυτά τα πράματα , είναι το κρέας τους άνοστο .
Το παραδέχονται γιά σωστόν αυτόν τον μύθο οι τσοπαναραίοι , ώστε ένας τσοπάνης μου 
διηγήθηκε , πως καθώς έτρωγε ψητό κρέας , του μπήκε ανάμεσα στα δόντια το 
κοκκαλάκι . Από μαγαρισμένο πράμα ήταν το κρέας !



Οι καθ’ αυτό βλάχοι έχουν κι ένα ζακόνι . Φέρνοντας μιά καινούργια νύφη στα τσαρδιά τους ,

 την τυφλοπανιάζουν και της λένε .
– Βλέπεις νύφη ;
– Βλέπω’ λέει .
– Του χρόνου να μην ιδείς , η λίπα να μη σου λείψει . Τα μαλλιά να μη σου λείψουνε . 
Το κλωτσοτύρι να μη σου λείψει .

Άμα οι γίδες είναι γκαστρωμένες , σφαχτό δικό τους δεν ψαίνουν οι γιδαραίοι γιά να φάνε . 

Έχουν την ιδέα , πως αν σφάξουν και ψήσουν , απορίχνουν τα γκαστρωμένα . Κρέας ωμό
 όμως δεν τόχουν σε κακό , τρώνε .


Κάποτε ο σκαρπιάς τσιμπάει τα πράματα εκεί που βόσκουνε . Πρίσκεται το μέρος και γιά να 

περάσει ο πόνος , το γητεύουνε .
Το γήτεμα :
Πέρα δώ στον αγραπδόκαμπο τρία καρδάρια κρέμουνται,

τόνα μέλι τ’ άλλο γάλα τ’ άλλο του σκαρπιά το αίμα .


Ποιός ξέρει από τι , βλέπεις καμιά φορά και πρήσκονται των πραματιών τα τσαούλια 
σαν απ’ ανεμικό , σαν από μπλούτισμα . Περνάει με γήτεμα :

Το ζωνό το κουτσοκέρατο, η Κυρά η Κάλλω , Η Παναγιά η Δέσποινα , κι ο Αι Γιάννης ο 

Πρόδρομος .
Λέγοντας το σταυρώνει τον πόνο ο τσοπάνης και περνάει .


Τη λαμπάδα της Ανάστασης την πάνε αναμένη ως το σπίτι οι τσοπάνηδες . Εκεί τη σβούνε 

και την κρύβουν κάπου . Είναι καλά να την ανάβουν , αν τύχει αβασκαμός σε πράμα 
περνάει . Κι αν δεν πήζει το γάλα , να γίνει τυρί , στάζουν μέσα και πήζει ύστερα .

Τη μέρα της Λαμπρής κόκκινα αυγά δεν μαλάζουν , όσοι έχουν πράματα , κι’ άσπρα ακόμα

 δεν κάνει να μαλάξουν . Αν τύχει και το κάμουν , τα πράματα βγάζουν γλίθρες η λιθοβόλια , 
κάτι σπυράκια στο κορμί τους .

Επίσης γάλα δεν τρώνε τη Λαμπρή οι πραματαραίοι . Λένε , πως , αν φας μυιγοχέζει στο

 στόμα τ’ ανθρώπου η σκουληκόμυιγα . Και τότε πρήσκεται και υποφέρεις όσο να ειπείς .

Παραδέχονται πως η προβατίνα έχει στην κοιλιά της άτεκνο , κάτι σαν κοκκαλάκι . 

Γίνεται αυτό , όντας γκαστρωμένη χωνέψει τ’ αρνί . Τοβρίσκουν λοιπόν , άμα σφάξουν
 το πράμα και το φυλάνε . Τρίβοντας απ’ αυτό σε λίγο νερό και πίνοντας γυναίκα ,
 κόβει τα παιδιά , δεν ξαναγεννάει .

ΑΓΝΩΣΤΕΣ..ΛΕΞΕΙΣ .

Ζακόνι = έθιμο
Λίπα = Λίπος γουρουνιού .
Τσαούλια = σαγόνια .


Την Πρωτομαγιά γυναίκες αναποδες κάνουν στραπάτσες . Παίρνουν μιά τσαντήλα ,

 πάνε μπροστά απο κει που βόσκουν τα πράματα , σφογγίζουνε τα χορτάρια , τους 
παίρνουν τη δροσιά και δεν προκόβουν .

Σε πολλά χωριά παραδέχονται πως το κλαρί όπου κρέμαγαν ζωοκλέφτες κλεμένο σφαχτό

 γιά να το γδάρουν , ξηραίνεται .


Όταν αρχίσει ο γέννος , καλό είναι να μην πρωτογεννηθεί λάγιο αρνί . Πολλές δυσκολίες

γίνονται τότε στο κοπάδι .

Την Πρωτομαγιά τα κορίτσια απ’ τ’ Άγραφα πάνε στη βρύση νύχτα , την αλείφουν με

 βούτυρο . Παίρνουν νερό και το φέρνουν στο σπίτι . Μ’ αυτό βρέχουν τις καρδάρες μ τα
 μποτινέλια , ( όπως λένε τις βούρσες ) , και τα πράματα στο μαντρί . Αλλά τα κορίτσια που
 κάνουν τέτοιο πρ’άμα , πρέπει να είναι μικρά , να μην έχουν διαβολιές μέσα τους .

Τ’ Αι – Βασιλειού το πρωί ο αφέντης των πραματιών έρχεται στο μαντρί . Φέρνει τη 

βασιλόκλουρα του πιστικού η τ’ μεσιακάρη .Αυτή γιά το γούρι έχει ένα αυγό μπηγμένο
 στη μέση και κάτι νόμισμα . Επίσης σπάζει ένα ρόιδο στην πόρτα απ’ το μαντρί πετώντας
 το με δύναμη. Τόχει γιά καλό .


Όταν θα πρωτοβάλουν τα γαλάρια στο γαλαρομάντρι , βάνουν τσεκούρι στην πόρτα

 γιά ν’ αδρακελήσουν τα πρόβατα και στεριωθούνε .

Από κρέας μαρμάρας προβατίνας η γίδας δεν κάνει να τρώνε τα κορίτσια γιατί τον 
καιρό που θα παντρευτούν , θα μείνουν άτεκνα .

Καλό είναι , λεν οι τσοπάνηδες , άμα τ’ αρνιά γεννιόνταν ν’υχτα . Γιά τα κατσίκια 

παραδέχονται το αντίθευο , γούρικο είναι να γεννιώνται τη μέρα .

Ταίζουν τα πράματα ψάρι , πέστροφα , γιατί έχουν την ιδέα , πως δε θα στέκονται τότε να 

τα ζυγώσει ξένος , και να τα κλέψει .

Παραδέχονται πως η προβατίνα έχει στη σφαζιά της ένα κοκκαλάκι . Στο σφάξιμο το 

βρίσκουν όσοι ξέρουν την αξία του το παίρνουν και το σέρνουν πάνω τους .
 Αυτό τους κάνει να αγαπιόνται απ’ τον κόσμο , λένε .

Αν ιδεί κακό μάτι κριάρι να μαρκαλάει προβατίνα , λένε πως σταματάει η ορμή του , 

κακό πράμα γιά τον τσοπάνη .

Παχουλό κι’ όμορφο αρνί η κατσίκι , αν ιδεί κακό μάτι , την ώρα που [παίζει , σκιάζει ,

 πάει στον τόπο . » Του την έδωκε με το μονόβολο ο κιαρατάς η η στρίγγλα ( αν είναι γυναίκα ) ! «, λέει ο τσοπάνης .

Την Πρωτομαγιά βγάνοντας τα πράγματα απ’ τα μαντριά οι τσοπαναραίοι τα χτυπούν

 με φύλλα καρυδιάς , γιά να φέρουν πολύ γάλα .

Τα Φώτα αγιάζουν τα πράματα μ’ αγιασμό απ’ την εκκλησιά φερμένον .

Όταν σημαδεύουν τα πράματα στ’ αυτιά γιά να γνωρίζονται , παίρνουν τ’ αποκόματα και

 τα ρίχνουν όπου τρέχει νερό ( βρύση , ρέμα ) και λένε : όπως
τρέχει το νερό , να τρέχουν και τα πράματα .

Όταν αρχίσει ο μαρκάλος γιά να μην κοπεί πρέπει να πράματα ν’ ακολουθούν το ίσιο σύρμα 

( διεύθυνση ) στη βοσκή .

Την ημέρα της Ανάληψης ταίζουν τα πράματα αλάτι . Το ξετάζουν .

Άν ιδούν οι τσοπάνηδες μικρά παιδιά τους , πως ξεχωρίζουν τη σπρούχνη ( ανθρακιά ) , 

και κάνει το καθένα δική του φωτιά , τόχουν γιά κακό . Κόβονται τα μπουλούκια , ξεχωρίζουν 
και δεν συμμαζεύονται , σου λένε .


Νύχτα δε δανείζουν οι τσοπάνηδες αλάτι . Είναι κακό γιά τα πράματα το δάνεισμα , αυτό 

παραδέχονται .

Την ημέρα των Χριστουγέννων γυρίζοντας απ’ την εκκλησιά οι τσοπάνηδες στ΄Άγραφα , 

παίρνουν μιά μπάτσα η κλωνάρι από κέδρο η πουρνάρι και τα βάζουν στη φωτιά . 
Ανάβουν και τριτσοβολούν . Τότε λένε : » Όπως πηδάει το κλαρί να πηδάνε τ’ αρνάκια και 
τα κατσίκια » .

Αν τύχει και ψοφήσει πράμα γύρω στο μαντρί η κοντά στη στρούγκα , λένε , πως κάνει

 να το φάνε , εννοείται βέβαια πως πρέπει να προφτάσουν να το σφάξουν , γιά να 
μην πάει θράσιο . Το γδέρνουν λοιπόν και μαγερεύουν το κρέας του. Δεν κάνει να 
φάνε από κείνα που ψοφάνε μακρυά απ’ τα κατοικειά . Αυτά τα πετάνε .