Η Ευθυμία Μπερτσιά στη βρύση του χωριού αναπολεί!
Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιάκη θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΕΦΟΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΕΦΟΣ
Ο Χαράλαμπος Στέφος του Γεωργίου και της Αικατερίνης, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1932. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά μιας οικογένειας της οποίας ο πατέρας δούλευε ως χτίστης μαζί με τα αδέρφια του και συντηρούσε την οικογένεια του. Το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει τον καλλιτέχνη να διακόψει το σχολείο και να φύγει από το χωριό του καθώς ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Όντας το μεγαλύτερο από τα τρία αγόρια έπρεπε να δουλέψει και να συντηρήσει τη μάνα του και τ αδέρφια του. Έτσι φτάνει στην Άμφισσα. Αρχικά, εργάζεται ως υπάλληλος σε ένα μπακάλικο ενώ μένει σε ένα μικρό δωμάτιο. Τα τρία αυτά χρόνια της ζωής του είναι ιδιαίτερα δύσκολα καθώς, μακριά από την οικογένεια του, βιώνει την πείνα, το κρύο και τη σκληρή πλευρά της ζωής στην καθημερινότητα του. Βλέπει πολλούς συνανθρώπους του να υποφέρουν και να δουλεύουν ίσα-ίσα για ένα κομμάτι ψωμί. Η ζωγραφική, όμως, ήτανε πάντα μέσα στην καρδία του και σε εκείνο το μικρό, φτωχικό δωμάτιο, μπορούμε να πούμε ότι την ανακάλυψε περισσότερο και την εξωτερίκευσε.
Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν αυτοδίδακτος, είχε ένα έμφυτο ταλέντο το οποίο ταυτιζόταν με την ίδια του την ύπαρξη. Η ζωγραφική έγινε για αυτόν δημιουργία, σχέδιο, πίνακας. Θαύμαζε το τοπίο τριγύρω του, τις εναλλαγές του φωτός, τις αλλαγές της ώρας στη φύση, τη διαδοχή των ημερών και των εποχών οι οποίες έφερναν και τις ανάλογες μεταπτώσεις στα συναισθήματα του. Το πάθος του για την ζωγραφική ήταν τόσο μεγάλο ώστε όταν δεν εργαζόταν, ζωγράφιζε, σε οποιεσδήποτε συνθήκες της καθημερινότητα του. Στη διάρκεια εκείνων των χρόνων, δημιούργησε πολλά έργα, κυρίως τοπία, νεκρή φύση αλλά και θαλασσογραφίες. Κυρίως όμως τον γοήτευε η "αγρία" και τραχιά ομορφιά του . Στην εποχή του έλαβε μέρος και στις πρώτες εκθέσεις. Έτσι, τη δεκαετία 1959-1969 συμμετείχε σε πέντε ομαδικές εκθέσεις σε Άμφισσα και Αθήνα, ενώ πραγματοποίησε και την πρώτη του ατομική έκθεση στο Λιδωρίκι. Τα επόμενα χρόνια γνωρίζει σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης οι οποίοι αναγνωρίζουν το ταλέντο του, όπως ο Θεόδωρος Στάμος, καθηγητής τέχνης του πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, ο ζωγράφος Α.Ζ. Πουλιανός, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών όπως ο Χατζίνης, κριτικοί τέχνης όπως ο Β. Κουντουρίδης, ο Β. Παναγιωτόπουλος, ο Δ. Κραββαρτόγιαννος και άλλοι, οι οποίοι τον αναγνωρίζουν ως ένα από τους πολλά υποσχόμενους νέους ζωγράφους.
Η δεκαετία του 1970 τον βρίσκει εξίσου δημιουργικό και παραγωγικό σε έργα και εκθέσεις, ατομικές και ομαδικές. Έτσι εκθέτει έργα του την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στη Άμφισσα ,στην Ιτέα αλλά και στο εξωτερικό. Εντυπωσιάζει και γοητεύει τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και το απλό φιλότεχνο κοινό και ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας. Στην "Ελληνική Εβδομάδα" που διοργανώνεται στην πόλη Deurne της Ολλανδίας το 1977, εκπροσωπεί την ελληνική ζωγραφική και οι κριτικές που αποσπά είναι διθυραμβικές. Το ίδιο συμβαίνει και σε τρεις ομαδικές εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει ως μέλος της IAG (International Arts Guilt) στο Μόντε Κάρλο, το 1973, 1976 και το 1978. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δημιουργεί δικά του χρώματα, δουλεύοντας και σμιλεύοντας την πέτρα, φτιάχνοντας ζεστές, γήινες αποχρώσεις, ενώ από τα φυτά και τα λουλούδια δημιουργεί φυτικά χρώματα. Στις Εκθέσεις του παρουσιάζει αυτές του τις δημιουργίες και ο κόσμος ανταποκρίνεται. Στα "Φωκικά" τα οποία διοργανώνονται στην Άμφισσα το 1982 υπό την αιγίδα του Δήμου Άμφισσας, ο Χαράλαμπος Στέφος εκθέτει τη Συλλογή του "Κατοχή- Πείνα", έργο που συγκινεί το φιλότεχνο και όχι μόνο κοινό, με ιστορικές μνήμες του παρελθόντος, οι οποίες αναβιώνουν μέσα από τα προσωπικά βιώματα του καλλιτέχνη. Μαθητές, καθηγητές, φοιτητές, άνθρωποι του πνεύματος αλλά και απλοί άνθρωποι επισκέπτονται αυτή την έκθεση και συγκλονίζονται από τα έργα της.
Στα χρόνια που ακολουθούν, ο καλλιτέχνης είναι δημιουργικότατος. Συμμετέχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος ενώ οι κριτικές που δέχεται είναι διθυραμβικές. Τα βραβεία του, σε Ελλάδα και εξωτερικό επιβεβαιώνουν την αξία της τέχνης του. Έργα του βρίσκονται στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθήνας και Άμφισσας, στο ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, στο Λαογραφικό Μουσείο Άμφισσας, στην Ελληνική πρεσβεία της Χάγης, στη Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας και σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Κεντρικής Ελλάδας ΣΚΕΤΚΕ, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών "Μέλισσα". Δυστυχώς, σε μία ακόμη γόνιμη και παραγωγική στιγμή της ζωής του και της εικαστικής του δημιουργίας, έφυγε από κοντά μας στην ηλικία των 77 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτιστική κληρονομία για τον τόπο του αλλά και για την πατρίδα του καθώς και για την ελληνική ζωγραφική τέχνη.
Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Χ. Μποτίνη και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιώργο και την Μαρία.
Το έργο και το ήθος, κυρίως του χαρακτήρα και της τέχνης του Χαράλαμπου Στέφου, θα μείνει για πάντα ασίγαστο και καθοριστικό για τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών και όχι μόνο.
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2021
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021
Βιβλιοκριτική: θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις
Βιβλιοκριτική
“Θαμμένα Όνειρα, Ζωντανές Αναμνήσεις” στην Τεχνητή Λίμνη του Μόρνου
“ΘΑΜΜΈΝΑ ΌΝΕΙΡΑ, ΖΩΝΤΑΝΈΣ ΑΝΑΜΝΉΣΕΙΣ” ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΉ ΛΊΜΝΗ ΤΟΥ ΜΌΡΝΟΥ

Photo 78375028 © SOREAN STEFAN | Dreamstime.com
Θυμάμαι το Λιδωρίκι και την λίμνη του Μόρνου ως μια όμορφη, μεγάλη παράκαμψη στο δρόμο για την Παύλιανη. Μια παρέα συγγενών και φίλων όργωνε τη Στερεά Ελλάδα τη δεκαετία του 80 και εγώ στο πίσω κάθισμα ενός Wartburg να ρουφάω εικόνες από μια Ελλάδα που ενώ χάθηκε, είναι πάντα εκεί. Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο “Θαμμένα Όνειρα, Ζωντανές Αναμνήσεις” του Κωνσταντίνου Μπερτσιά όλες αυτές οι αναμνήσεις γύρισαν στο μυαλό μου.

Ο συγγραφέας άφησε τον τόπο του αρκετά χρόνια πριν την τελική χρήση της λίμνης για την υδροδότηση της Αθήνας. Αυτό που καταφέρνει στο βιβλίο του είναι να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη μέσα από τις περιγραφές του, άλλες με μυθιστορηματική γραφή, άλλες σε προσωπικό τόνο, καθώς αποτυπώνει όσα έζησε.
H ιστορία εξελλίσεται στα 18 κεφάλαια στην περιοχή της κοιλάδας που μετατράπηκε σε λίμνη, με όσα περιγράφονται στο βιβλίο των 194 σελίδων να αποτελούν μια γνήσια καταγραφή των λαϊκών παραδόσεων, του κύκλου της ζωής όπως τον όριζε η φύση, και των οικογενειακών και φιλικών δεσμών όπως νοηματοδοτούνταν στην ελληνική επαρχία μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο νεαρός Κώστας μεγαλώνει μέσα σε σκληρές αλλά βαθιά ανθρώπινες συνθήκες. Στα 18 κεφάλαια περιγράφονται, ευχάριστα για τον αναγνώστη, οι ελλείψεις, η εφευρετικότητα, η παιδική ηλικία, οι μυρωδιές από την τυρόπιτα της μητέρας, τα μακρυά μαλλιά μπροστά στον χωροφύλακα, το άλογο ως μέλος της οικογένειας, η συνεργατικότητα των οικογενειών.
Και στον αντίποδα το κάλεσμα της Αθήνας, είτε για σπουδές, είτε για ασφάλεια ή ακόμα και για ένα οικόπεδο στο Κολωνάκι που δεν αγοράστηκε ποτέ!
Το βιβλίο, προσωπικά, με παρακίνησε να ψάξω την ιστορία του τόπου και να επαναπροσδιορίσω την επόμενη εκδρομή μου. H ιστορία ξεκινάει πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 60, με τα υδρόμετρα να δείχνουν ότι ο ποταμός Μόρνος ήταν “ικανός” μαζί με τα νερά των παραπόταμών του να ξεδιψάσει μια Αθήνα που όλο και μεγάλωνε χάρη στην έκρηξη της αστυφιλίας, το άτυχο αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.
Τα πρώτα έργα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ολοκληρώθηκαν το ’79 και η λίμνη με το φράγμα της και το κανάλι ξεκίνησαν να λειτουργούν το 1981. Όταν τα νερά υποχωρούν, το χωριό Κάλλιο έρχεται στην επιφάνεια δημιουργώντας ένα απόκοσμο σκηνικό. Η κοιλάδα, όμως, που πρόσφερε ζωή στις οικογένειες της περιοχής είναι πλέον η λεκάνη της λίμνης.
Το οξύμωρο είναι ότι η λίμνη είναι ενταγμένη στο Natura και αποτελεί σπουδαίο υδροβιότοπο. Έκλεψε μα έδωσε και ζωή. Το βιβλίο πέρα από τον τοπικό του χαρακτήρα αφήνει σπουδαίο αποτύπωμα για τις μνήμες που κρατάει ζωντανές. Τα τοπωνύμια, τις συνήθειες, τα πάθη, τις λύπες και τις χαρές των ανθρώπων. Διαβάζεται ευχάριστα και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα.
*
Ο Άρης Γαβριελάτος είναι διευθυντής περιεχομένου της αθηΝΕΑς. Είναι κοινωνιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδες στον Κοινωνικό Αποκλεισμό και το Φύλο. Αρθρογραφεί για βιβλία, θέατρο και μουσική, ενώ αγαπημένο του hobby είναι το ορεινό τρέξιμο
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021
Η γέφυρα του Μόρνου με την ματιά ενός αντάρτη
«Πήραμε ένα λόχο και περάσαμε τη γέφυρα του Μόρνου. Τεράστιο και αλλόκοτο γεφύρι, τα χοντρά δοκάρια του από τσιμέντο αραδιάζονταν ατελείωτα στα πλευρά σου, ενώνονταν πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν σα να μπαίνεις μέσα στο σκέλεθρο κάποιου μυθικού θεριού. Τα άλογά μας αναπήδησαν έντρομα μόλις βρεθήκαμε μπροστά στο στόμιο του. Αναγκαστήκαμε και κατεβήκαμε. Πέρασαν μπροστά οι πεζοί και τότε αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα άλογα, περίφοβα όμως πάντοτε, έτοιμα να πηδήσουν ορθά» (Νικηφόρος, Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, τόμος Γ’,σ. 215).
Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021
Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021
Μεγάλοι καλλιτέχνες καταγόμενοι από την Φωκίδα (Ντίνος Σκορδής)
Ο Ντίνος Σκορδής μέσα από “τα μάτια των παιδιών του”:
Ο πατέρας μας, γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1928 στο Μαυρολιθάρι από τον Δημήτριο και την Αλεξάνδρα και ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αδερφό, τον Γιάννη. Στο χωριό παράλληλα με το δημοτικό σχολείο, τις αγροτικές και κτηνοτροφικές δουλειές εκδήλωσε πολύ νωρίς την αγάπη του για τη μουσική και συγκεκριμένα για το κλαρίνο. Τον άφηναν να φυλάει τα πρόβατα και εκείνος έπαιρνε μαζί του κολοκύθες, τους άνοιγε τρύπες και με χειροποίητα καλάμια προσπαθούσε να παίξει.
Το 1948 κατέβηκαν στην Αθήνα και έμειναν στα Πετράλωνα φιλοξενούμενοι από τον συμπατριώτη τους Αθανάσιο Ξένο, αδερφό της Αικατερίνης Ξένου (σύζυγο Ιωάννη Λαγδά). Κατά την παραμονή τους εκεί ασχολήθηκαν στην αρχή με την κατασκευή και διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, σε χώρο που τους είχε παραχωρήσει ο Αθανάσιος Ξένος. Παρόλα αυτά η μεγάλη αγάπη για το κλαρίνο σιγόκαιγε και ξεκινάει μαθήματα κλαρίνου στη σχολή του Γιάννη Κυριακάτη -ξακουστός κλαρινίστας της Αθήνας επιπέδου Καρακώστα και Γιαούζου- ο οποίος είχε κάνει σπουδές σε Ωδείο στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ». Μετά τον πρώτο μήνα, ο Κυριακάτης ενθουσιάστηκε με το ταλέντο και την αγάπη του Ντίνου για το κλαρίνο και παρακάλεσε τον αδερφό του Γιάννη να μην τον σταματήσουν (ο Γιάννης είχε τις επιφυλάξεις του γιατί θεωρούσε ότι μπορεί να ήταν κάτι προσωρινό).
Δίπλα στον Γιάννη Κυριακάτη έμεινε 5 χρόνια κάνοντας μαθήματα και μετέπειτα, με την παρότρυνση του, δούλεψε μαζί του επαγγελματικά, περιστασιακά στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ» αλλά και σε ταβέρνες, γάμους, εκδηλώσεις και πανηγύρια. Δούλεψε για πολλά χρόνια στην ταβέρνα του συμπατριώτη μας Αργύρη Φαράντζου στο Αιγάλεω, και στη συνέχεια για δεκατρία χρόνια, στο κέντρο «ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ ΑΥΛΗ» στο Περιστέρι (του συμπατριώτη μας από την Καστριώτισσα, Ιωάννη Κελεπούρη), το οποίο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής. Τα καλοκαίρια πήγαινε σε όλα σχεδόν τα πανηγύρια της Φωκίδας (καθώς και σε μέρη της Πελοπονήσσου, Μακεδονίας κα) με τον κόσμο να δείχνει παντού την αγάπη του για τον ίδιο και τη δεξιοτεχνία του στο κλαρίνο!
Μοναδικός κλαρινίστας, με χαρακτηριστικό ταλέντο και σπάνιες ικανότητες αφού κοιτούσε τους χορευτές στα πόδια, προσπαθώντας να τους βοηθήσει να μην χάνουν βήμα κρατώντας σταθερό ρυθμό και αλλάζοντας τη μελωδία αυτοσχεδιαστικά. Η αποδοχή μάλιστα αυτής της δεξιοτεχνίας του στο κλαρίνο παράλληλα με την μεγάλη αγάπη που του είχε ο κόσμος, τον έκαναν έναν καταξιωμένο μουσικό και στα μάτια των συναδέλφων του, όπως αυτό αποτυπώθηκε σε ένα αφιέρωμα που του είχε γίνει στην κρατική τηλεόραση από τον δημοσιογράφο κ. Νάσο Αθανασίου.
Συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής, μουσικούς και τραγουδιστές.
Κάποιοι από τους τραγουδιστές ήταν:
Δημήτρης Καψοκέφαλος, Στάθης Κάβουρας, Δημήτρης Ζάχος, Φυλιώ Πυργάκη, Μαρία Χολέβα, Μαρία Χατζοπούλου, Γιώτα Παπακωστοπούλου, Ανθούλα Νούση, Σοφία Βώττα, Θανάσης Βώττας, Γιάννης Κοντάρας, Βάσω Σκαφίδα, Γιάννης Σιέττος, Χρήστος Νούλας, Γιάννης Στάμος, Τάσος Κρυστάλης, Βασίλης Βασιλείου, Γιώτα Βέη, Γιάννης Κουτσούκος, Κώστας Σπαθούλας, Μαίρη Πόλυ, Βάσω Διαμαντή και άλλοι
Ενώ κάποιοι από τους μουσικούς ήταν:
Σωτήρης Κολιοκώστας(κλαρίνο), Γιώργος Παπαπάνος(κλαρίνο), Νίκος Μωραϊτης(βιολί), Κυριάκος Κωστούλας(κλαρίνο), Γιώργος Φλώρος(βιολί), Αποστόλης Νούλας(κιθάρα), Μιχάλης Μαντζώρας (κιθάρα), Παρασκευάς Δανές(βιολί), Γιώργος Λουκόπουλος(σαντούρι), Γιώργος Ντούτσας(κιθάρα), Άγγελος Αβράμης(αρμόνιο)
Στη πολύχρονη καριέρα του βοήθησε πολλούς συναδέλφους μουσικούς να κάνουν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα και να καθιερωθούν στο δημοτικό στερέωμα. Τραγουδιστές όπως ο Θανάσης Βώττας, η Σοφία Βώττα, ο Γιάννης Σιέττος, η Ανθούλα Νούση και η Βάσω Διαμαντή ανέβηκαν για πρώτη φορά σε πάλκο ως επαγγελματίες με την ορχήστρα το Ντίνου Σκορδή, γιατί τους πίστεψε και τους βοήθησε να αναδείξουν το ταλέντο τους.
Έκανε δύο γάμους, με τη Βασιλική Δακουρά και τη Μαρία Φούρλα και απέκτησε δυο παιδιά, την Αλεξία και τον Δημήτρη. Όταν πέθανε η πρώτη του γυναίκα η Βάσω στις 16 Δεκεμβρίου 1970 με την οποία έζησε μαζί 5 χρόνια, οι δικοί του άνθρωποι θυμούνται πως το πρώτο τραγούδι που έπαιξε δακρυσμένος ανεβαίνοντας στο πάλκο του κέντρου ήταν το «Σου παραγγέλλω μαύρη γη κι αραχνιασμένο χώμα…».
Με τη δεύτερη γυναίκα του τη Μαρία, παντρεύτηκε στις 20 Ιουλίου 1972 και όπως έλεγε πάντα ο ίδιος στάθηκε σαν βράχος δίπλα του, με αφοσίωση και αγάπη τόσο στον ίδιο, όσο και στα παιδιά του τα οποία ανέλαβε 4 και 2 χρονών αντίστοιχα, τα μεγάλωσε και τα αγάπησε σαν πραγματικά της παιδιά.
Οι παιδικές μας μνήμες είναι γεμάτες από Αγάπη, Υπομονή και Μουσικές μελωδίες από το κλαρίνο του πατέρα, με το οποίο έπαιζε καθημερινά στο σπίτι, μολονότι γύριζε κάθε μέρα χαράματα από τα κέντρα που εργαζόταν.
Πέθανε στις 22 Ιουνίου 1989 αφήνοντας πίσω του μεγάλη μουσική και πολιτιστική κληρονομιά σε όλους εμάς. Υπηρέτησε για χρόνια το γνήσιο δημοτικό τραγούδι αλλά δυστυχώς -από επιλογή του ιδίου- αυτό δεν αποτυπώθηκε και δισκογραφικά. Eπίσης, λόγω της οικογενειακής του κατάστασης αρνήθηκε και πολλές προτάσεις που του είχαν γίνει από την ομογένεια για να εργαστεί στην Αμερική.
Οικογένεια, φίλοι και συγχωριανοί- τον κρατάμε στη μνήμη μας ως τον άνθρωπο που συνδέθηκε άρρηκτα με την έννοια του πανηγυριού στο Μαυρολιθάρι, που διασκέδαζε τον κόσμο και «ΜΙΛΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ» με το κλαρίνο του…
Πηγή:
Ντίνος Σκορδής Μαυρολιθάρι / Ntinos Skordis-- Αλεξία και Δημήτρης Σκορδής --
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021
Τα Χάνια του Στενού
Τα Χάνια του Στενού
Η μικρή όαση που χάθηκε
Συνοπτική αναδρομή στο χρόνο: Γύρισμα πίσω στη δεκαετία του ’50 και πριν. Τότε που το ΛιδωρίκιΓια να γίνει κατανοητό το θέμα, θα πρέπεινα κάνουμε αναδρομή στο χρόνο. Για όσους γεννήθηκαν
μετά – το λιγότερο – από τα μέσα του ’60, η τοπωνυμία «Χάνια Στενού» δεν τους θυμίζει τίποτα,
γιατί από τις αρχές του ’70, όλη η φυσιογνωμία του χώρου που κάλυψε η Λίμνη του Μόρνου, αλλοιώθηκε,
ώσπου το 1978 σκεπάστηκε οριστικά και η λίμνη έγινε ο υγρός τάφος της περιοχής. Επομένως
βιωματικά τα Χάνια είναι για όσους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν, τουλάχιστον, έστω και
για μικρό χρονικό διάστημα.
Να δούμε τα αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούσαν τον μικρό Οικισμό των 10 κατοικιών και
60 ψυχών που γεννήθηκαν και εκεί έζησαν, άλλος πολύ, άλλος λιγότερο, μέχρι που χάθηκε ο Οικισμός
οριστικά κάτω από τον υγρό τάφο της.
Ο Οικισμός δεν υπήρξε ολοκληρωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κεντρικός πυρήνας ήταν
το Χάνι του «Μαλλιάτσου», που η αρχή του χάνεται σε βάθος χρόνου. Θα λέγαμε ότι ο Οικισμός
άρχισενα
συγκροτείται όταν έχασε το Χάνι τον πρωταρχικό του σκοπό.
Μνήμες και βιώματα – αποσπασματικά.
Τα νερά λιγοστά, γιατί η Γκιώνα τα κρατεί στα έγκατα της και τα διώχνει στον Κορινθιακό ή
«τις οίδε που αλλού».
Το καλοκαίρι δύσκολο. Νεροδότριες περιφερειακές βρύσες, όπως ο «Αντώνης», ο «Σερεντέλης»,
ο «Κούστης»
και του «Χουσάδα το Περιβόλι». Οι άλλες βρύσες φτωχές σε νερό. Το πράσινο λίγο, εκτός από
αμυγδαλιές.
Γενικά η περιοχή που κλείνεται στα όρια της Κοινότητας Λιδωρικίου θα λέγαμε ότι είναι άνυδρη.
Το λίγο πράσινο το συναντήσαμε στις παραποτάμιες περιοχές
«Φτελιά», «Κώστεβο» και «Μπλάβλακα».
Όλα αυτά γράφτηκαν για να δοθεί έμφαση στην επικεφαλίδα του θέματος. Γιατί η μικρή λωρίδα πρασίνου,
όλο το χρόνο, ήταν η περιοχή «Χανίων του Στενού». Η ευρύτερη περιοχή έχει χωριά καταπράσινα με
πολλά νερά και τοπία «Ελβετικά». Η σύγκριση γίνεται με τον υπόλοιπο χώρο της περιοχής Λιδωρικίου.
Άς έρθουμε στα «Χάνια του Στενού». Εκτείνονται στα ριζά της «Πλέσιβας» γύρω στα 250-300 μέτρα από
το στενότατο σημείο του Μόρνου, όπου σε μια κοίτη των 30 μ., μαζεύονται τα νερά του ποταμιού και
ξεχύνονται
δυτικά για να σμίξουν σε 200 μ., μετον ορμητικό «Κόκκινο» Παραπόταμο.
Τα Χάνια βρίσκονται σε κομβικό πέρασμα που ενώνει τη Βορειοδυτική Δωρίδα μετο Λιδωρίκι. Εκεί σμίγουν τα
νερά του Μόρνου με τα νερά του χείμαρρου «Μπελεσίτσα» και απέναντι μετα νερά της κύριας πηγής των
Βαρδουσίων.
Οι κατοικίες στα Χάνια 11. Οι ψυχές 60. 200 μ. από το Στενό, όπου οι γέφυρες, η παλιά πέτρινη που στέκεται
ακλόνητη πάνω από 200 χρόνια και η νέα που ένωνετο δρόμο Λιδωρίκι – Ναύπακτος, αριστούργημα
αρχιτεκτονικής με ζωή σχεδόν 5 χρόνων [1938 – 1943]. Μετά την ανατίναξη της, συνδέθηκε το Στενό στα
1944 με τη στρατιωτική γέφυρα τύπου «Μπέλευ».
Το φυσικό περιβάλλον μαγευτικό. Είχε ποικιλία βλάστησης από αυτοφυή άγρια φυτά, πλατάνια, φτελιές,
μοσχοϊτιές και λεύκες. Αλλά και καναπίτσιες. Και βεβαίως ποικιλία οπωροφόρων. Κάθε σπίτι είχε και το
περιβόλι του (τα γιούρτια, όπως τα λέγαμε).
Για κάποιους μπορεί να ήταν ένα απλό πέραμα. Για όσους έζησαν έστω και περιοδικά, τα βιώματά τους
ήταν έντονα συναισθηματικά. Γιατί στα αυτιά τους εναλλάσσοντας ήχοι αρμονικοί. Το καλοκαίριν’ ακούς το
γουργούρισμα της νεροχελώνας, τα κοάσματα των βατράχων, το θρόϊσμα από τα φύλλα της λεύκας, τα
ουρλιαχτά των σκυλιών και των τσακαλιών, το μουρμούρισμα και το κελάρισμα της «Μπελεσίτσας»
όταν δεν ήταν «κατεβασμένη», το τροχάνισμα από τις «μυλόπετρες» του Ανδριτσαίϊκου Μύλου, το
βουητό από την κατεβασιά του Μόρνου, το αχόρταγο άρωμα από τις μοσχοϊτιές, να τρέξεις να ψάξεις τις
καλαμωτές για καμιά τηγανιά ψάρια, το πέρασμα του Μόρνου, όταν χαμήλωναν τα νερά του, μετα
ξυλοπόδαρα, που βεβαίως ήθελε αισιοδοξία.
Τα σπίτια από δυτικά προς ανατολικά ήταν: Πρώτα οι πρόγονοι των Γουραίων, με τον Κώστα Γούρα,
μετά του Γεωργούτζου, Γιάννη Γούρα, Παπανικόλα, Ανεσταίων (Ζορμπαίων), Γεροδήμου, Σίδερη, Νάκου,
και τέλος των Αρβανιταίων. Πολυμελείς φαμίλιες. Με ρίζες οι οικογένειες (με τη σειρά των σπιτιών) :
1. Γούρα από Θεσσαλία.
2. Γεωργούτζου από Γρανίτσα [Διακόπι].
3. Παπανικόλα [Παπανικολάου] από Άβορο.
4. Ανέστου από Λούτσοβο [Κόκκινο].
5. Γεροδήμου από Τριβίδι.
6. Σίδερη από Βελούχι [Κάλλιο].
7. Νάκου από Κράβαρα και σε βάθος χρόνου από Βόρειο Ήπειρο.
8. Αρβανίτη από Δωρικό και σε βάθος χρόνου από Ήπειρο.
Χρήστος Κ. Ανέστος
Συνταξιούχος Δάσκαλος
Το διαβάσαμε στην ιστοσελίδα : orinidorida.blogspot.com
Πηγή: Εφημερίδα Λιδωρικιώτης Ιούνιος 2021, ΑΦ 107
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021
Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021
Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021
Το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά – “Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις” – ένα μοναδικό βιωματικό αφήγημα

του Γιάννη Βερμισσώ
Στην ανάμνηση μιας πολλαπλής “θυσίας”, γράφτηκε το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά που έχει τίτλο “Θαμμένα όνειρα ζωντανές αναμνήσεις ” -εκδόσεις “Οροπέδιο”-
Της θυσίας .. των νοικοκυριών, των περιουσιών, των συναισθημάτων, των ανθρώπων που “ξεπατρίστηκαν”, των ονείρων, των παιδικών εικόνων, των στιγμών χαράς και μόχθου, αλλά και των άλλων ψυχών που χάθηκαν από την καταστροφή της πανίδας, προκειμένου εδαφικές εκτάσεις να μετατραπούν σε τεχνητή λίμνη στον ποταμό Μόρνο,
Ο συγγραφέας διακεκριμένο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς προχώρησε στην αποτύπωση των αναμνήσεων μιας περασμένης πραγματικότητας, που ίσως σβήνει, δεν επαναλαμβάνεται, όμως έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την έζησαν με παρόμοιο τρόπο.
Ο συγγραφέας διακεκριμένο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς προχώρησε στην αποτύπωση των αναμνήσεων μιας περασμένης πραγματικότητας, που ίσως σβήνει, δεν επαναλαμβάνεται, όμως έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την έζησαν με παρόμοιο τρόπο.
Στα 18 σπονδυλωτά διηγήματα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας αποτυπώνει με την δική του συναισθηματική ματιά, τον καημό, το ξερίζωμα, τον αφανισμό, την απώλεια, αυτή, που βιώνει ο άνθρωπος στιγμιαία ή διαχρονικά, και την οποία “αγκαλιάζει” και συνεχίζει.
Ξεδιπλώνει μια ζωή που μαθαίνεται βήμα βήμα, που ανακαλύπτει τα πάντα έχοντας έτοιμα μόνο τα βασικά. Οι ιστορίες, γρήγορες με παλμό, με χρώματα, ήχους, σιωπές..
Ξεδιπλώνει μια ζωή που μαθαίνεται βήμα βήμα, που ανακαλύπτει τα πάντα έχοντας έτοιμα μόνο τα βασικά. Οι ιστορίες, γρήγορες με παλμό, με χρώματα, ήχους, σιωπές..
Με γρήγορες εναλλαγές, το βιβλίο περνά στην αφήγηση ιστοριών της καθημερινότητας η οποία έτρεχε ασταμάτητα με γεγονότα, μικρά και μεγάλα.
Εκπλήξεις, αναπάντεχα, ονόματα, στιγμές, περιπέτειες, παιδικά, εφηβικά και ενήλικα χρόνια, φυσιογνωμίες, χαρακτήρες, γραφικές φιγούρες, εργασία, παιχνίδια, χαρές και λύπες δίνονται “ζωντανά”, σαν τώρα.
Εκπλήξεις, αναπάντεχα, ονόματα, στιγμές, περιπέτειες, παιδικά, εφηβικά και ενήλικα χρόνια, φυσιογνωμίες, χαρακτήρες, γραφικές φιγούρες, εργασία, παιχνίδια, χαρές και λύπες δίνονται “ζωντανά”, σαν τώρα.
Με μοναδικό γλαφυρό τρόπο, το βιβλίο αναδεικνύει την αλλοτινή, απέριττη καθημερινότητα που περιβαλλόταν από ένα ανεκπαίδευτο σεβασμό, μια βιωματική συνέπεια, μια αυτοκαλλιεργούμενη υποχρέωση, μια ισχυρή λειτουργία του ενστίκτου επιβίωσης. Και ταυτόχρονα αποτυπώνει όλα εκείνα τα στοιχεία της τότε καθημερινής ευχαρίστησης και πληρότητας των ανθρώπων για την ζωή και την συνέχισή της με αξία, χωρίς ευτελισμό, χωρίς δισταγμό.
Χωρίς ματαιότητες και αδιέξοδα οι ιστορίες του Κώστα Μπερτσιά δείχνουν την αγαστή συμπόρευση με τα “όσα φέρνει ο χρόνος και η ώρα” και την αποδοχή κάθε αιφνίδιας ή αναμενόμενης “έλλειψης”.
Οι ήρωες του Κώστα Μπερτσιά πραγματικοί και αυθεντικοί.
Όλοι τους κάθε ηλικίας, συστρατευμένοι στην ίδια προσπάθεια εξέλιξης, με άσβεστη διάθεση απόλαυσης κάθε στιγμής, μέσα από αντιξοότητες, εμπόδια, ανατροπές, αιφνιδιασμούς.
Στις ιστορίες ανθρώπων, οικογενειών, γειτόνων, πολιτικών γεγονότων, αναπάντεχων καταστροφών ο αναγνώστης ζει και νιώθει.
Βλέπει εικόνες, αισθάνεται, αντιλαμβάνεται βαθιές σκέψεις , μαθαίνει για την αόρατη λειτουργία και πέρασμα από γενιά σε γενιά άγραφων διδαχών σεβασμού και πολιτισμού. Οι ιστορίες αποκαλύπτουν την αντικειμενική διάσταση της πραγματικότητας, τον κυνισμό της επιβίωσης, τη σιωπηλή αποδοχή “όσων έρχονται και όσων πάνε”.
Τα “θαμμένα Όνειρα” είναι γραμμένα σε ένα μοτίβο το οποίο: Διδάσκει την ταπεινότητα απέναντι στο μεγαλείο της ζωής. Διδάσκει τους κανόνες επιβίωσης. Διδάσκει τον σεβασμό στο “παλιό”, το παρελθόν. Διδάσκει την συνέχεια…
Σημείο καθοριστικό και ” σκηνικό” των διηγημάτων ο τόπος που στη δεκαετία του ’70, “θυσιάστηκε” και άλλαξε μορφή στο χάρτη για να δοθεί ζωή στο άστυ -την Αθήνα- και να σωθεί από την λειψυδρία.
Γιάννης Βερμισσώ, δημοσιογράφος
Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021
Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021
15. Η κατάρα της μητρός μου
Απόσπασμα από το βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: «θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»
15. Η κατάρα της μητρός μου
Απόγευμα Παρασκευής, οχτώ μέρες πριν το τελείωμα του Σεπτέμβρη του 1972, ανήμερα της φθινοπωρινής ισημε- ρίας, που η νύχτα και η μέρα ισομεριάζουν, και στο σπιτικό μας, στην κοιλάδα του Μόρνου, επικρατεί μεγάλη αναστά- τωση.
Είμαστε στις τελευταίες ώρες πριν την οριστική φυγή. Τα περισσότερα πράγματα έχουν μαζευτεί, έχουν χωριστεί σε δυο ομάδες, αυτά που θα πέρναμε μαζί μας στην Αθήνα και τα υπόλοιπα, που θα μεταφέραμε πάνω στο χωριό. Εί- μαστε όλοι εκεί και βοηθάμε, ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από το δρόμο να καλεί τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ανεβασμένος στο πατάρι για να κατεβάσει κάποια πράγ- ματα και βγήκα εγώ να δω ποιος είναι. Βγαίνοντας στην αυλή αντικρίζω ένα άγνωστο άνδρα που με ρωτά:
«Είναι εδώ ο πατέρας σου;»
Πριν προλάβω να απαντήσω εμφανίστηκε ο πατέρας μου και τον καλωσόρισε.
Ήταν ο Γιάννης ο Πεντεορίτης, από ένα χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, που είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα μου να αγο- ράσει το άλογο, την αγαπημένη μας φοράδα, την Κούλα. Την Κούλα την είχαν αγοράσει από το επαχτίτικο παζάρι πριν 18 χρόνια, την χρονιά που γεννήθηκα κι εγώ, και μά- λιστα σχεδόν την ίδια ημερομηνία, είμαστε δηλαδή συνο- μήλικοι. Η Κούλα εκείνη την στιγμή έβοσκε στις σιτοκα- λαμιές ακριβώς κάτω από την αυλή. Με το άκουσμα ότι τη φοράδα θα την πάρει ο ξένος, όλη η οικογένεια συγκεντρω- θήκαμε στην αυλή. Η μάνα μου πήγε και της φόρεσε το σα- μάρι και τραβώντας από το καπίστρι την έφερε μπροστά μας. Λες και ήταν άνθρωπος, τη σύστησε με επισημότητα στο νέο της αφεντικό και άρχισε να λέει στο κύριο Γιάννη
160
τα προσόντα της Κούλας. Πόσο εργατική ήταν, πόσο συ- νεργάσιμη με το ταίρι της στα οργώματα, με πόση άνεση μετέφερε τα φορτία, πόσο γρήγορο ζώο είναι και άλλες αρετές της που δεν θυμάμαι. Τελειώνοντας με τα καλά συμβούλεψε τον κύριο Γιάννη να την προσέχει, ειδικά όταν υπάρχουν μικρά παιδιά, γιατί σαν θηλυκό είναι και λίγο ζη- λιάρα και μπορεί να τα δαγκώσει.
Μετά της χάιδεψε το κεφάλι της και με δάκρυα την απο- χαιρέτησε λέγοντας πως δεν φταίει αυτή, αλλά η κακιά η λίμνη που σε λίγο θα τους διώξει όλους και θα σκεπάσει τα πάντα. Η μάνα είχε την πιο στενή συνεργασία όλα αυτά τα χρόνια με το ζώο και το ένιωθε σαν παιδί της. Τα τελευταία δέκα χρόνια, που ο πατέρας μου δούλευε σε διαφορά δημό- σια τεχνικά έργα, αυτή είχε την φροντίδα των χωραφιών, από το δύσκολο έργο του οργώματος και της σποράς μέχρι τον θερισμό και το αλώνισμα. Σε αυτό το επίπονο έργο που συνήθως ήταν δουλειά των ανδρών είχε την άμεση βοήθεια της Κούλας και ενός μεγαλόσωμου μουλαριού, που ήταν δωρεά της Αμερικής στο πλαίσιο του σχεδίου Μάρσαλ. Αυ- τό το σκληροτράχηλο μουλάρι, –δεν θυμάμαι πως το φω- νάζαμε–, είχε ψοφήσει πριν ένα χρόνο από γερατειά, αφού είχε οργώσει μαζί με την Κούλα με σιδερένιο άροτρο ή με ξύλινο αλέτρι δεκάδες στρέμματα πάνω από είκοσι χρόνια. Το κουφάρι του το είχαμε μεταφέρει στην ποταμιά, όπου αυτά τα κακάσχημα και μεγαλόσωμα όρνια που όρμησαν από τις κορφές των Βαρδουσίων το αποτελείωσαν.
Η αγροτική δουλειά εκείνα τα χρόνια με τα παραδοσιακά μέσα ήταν πολύ σκληρή και για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Απαιτούσε, εκτός του μεγάλου κόπου, ιδιαίτερη επι- μονή και μαεστρία για τον άριστο συντονισμό και την υπα- κοή των ζώων στα κελεύσματα του αγρότη ώστε να παραχθεί το ζητούμενο έργο.
161
Αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια την έκανε η κυρία Ευθυμία, η μάνα μου, μόνη της. Πόσες φορές δεν την είχα ακούσει, όταν είχε υπερβεί τα όριά της, να καταριέται αγα- νακτισμένη τα χωράφια που όργωνε με την φράση:
«Κακή λίμνη δεν θα γίνει... να τα πάρει να ησυχάσου- με...»
Και αυτά τα έλεγε πριν από πολλά χρόνια και πριν ακό- μη να έχει ακουστεί κάτι για κατασκευή λίμνης.
Τέτοιες φράσεις εκστόμιζαν και άλλες γυναίκες που δούλευαν σκληρά στα χωράφια τους και οι απολαβές των κόπων τους ήσαν τόσο μικρές, που τις έφερνε σε κατάστα- ση απελπισίας, ειδικά σε χρονιές με κακές καιρικές συν- θήκες.
Να που η κατάρα της μάνας έπιασε, σκεφτόμουν, άλλο αν η ίδια ήθελε μάλλον να το ξεχάσει...
Ήμασταν όλοι σε κακή ψυχολογική κατάσταση γιατί είχαμε δεθεί με το ζώο. Ο κύριος Γιάννης προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα μιλώντας στην Κούλα για τον εαυτό του και πόσο πολύ αγαπά τα ζώα κι ότι θα περνά κα- λύτερα μαζί του μιας και έχει πολύ λίγα αγροκτήματα και μάλιστα φυτεμένα με ελιές, που δεν απαιτούν κουραστικές δουλειές για το άλογο. Γυρνώντας προς την μεριά μας, λέει:
«Σας καταλαβαίνω, κι εγώ στενοχωριέμαι όταν απο- χωρίζουμε τα ζώα μου, τα έχω σαν τα παιδιά μου, όποτε θέλετε να έρχεστε στο χωριό μου να τη βλέπετε τη φο- ράδα.»
«Κάποια στιγμή θα έρθουμε, είναι στο χωριό σου παν- τρεμένη και η θειά μου η Όλγα με το χωριανό σου το μπάρ- μπα Δήμο», του απαντά η μάνα μου.
«Ναι, ναι, το είχα ξεχάσει πως η κυρά Όλγα είναι από το Λούτσοβο.»
«Είναι αδελφή του πατέρα μου.»
«Αγαπημένο ζευγάρι, καλοί άνθρωποι, τους αγαπά όλο
162
το χωριό. Αν τους είχε δώσει κι ο θεός ένα παιδάκι... τέλος πάντων, αυτά είναι τυχερά πράγματα.»
Ο παππούς, που δεν είχε μιλήσει μέχρι τώρα, πλησίασε το ζώο, του χάιδεψε την χαίτη και κοιτώντας προς εμάς λέει: «Τυχερή είναι η Κούλα, σε καλά χέρια θα πέσει, ο Γιάν- νης φαίνεται πολύ καλός άνθρωπος.» Και συνεχίζει: «Θυ- μάσαι Γιώργο, τότε στην Ναύπακτο, στο παζάρι, ήταν μια βδομάδα μετά την γέννηση του Κώστα, που εσύ διάλεξες αυτό το ζώο, εγώ ήθελα να πάρουμε αρσενικό αλλά εσύ επέμενες και φαίνεται πως έπραξες άριστα, πολύ καλή φο- ράδα. Γιάννη, θα μείνεις πολύ ευχαριστημένος, με την καρ-
διά μας σου την δίνουμε... καλορίζικη!».
«Καλορίζικη, καλορίζικη!!!» ακούστηκε μια φωνή από όλους μας.
Οι παλιοί άνθρωποι, όταν πωλούσαν κάτι έπρεπε να το δώσουν με την καρδιά τους, διαφορετικά πίστευαν ότι τη συναλλαγή θα συνόδευε η γρουσουζιά. Γι αυτό οι αγορα- στές, αν διαισθάνονταν ότι δεν υπήρχε καλή διάθεση συνή- θως χάλαγαν την συμφωνία.
Η παρέμβαση του παππού ήταν καταλυτική προς άπα- ντας.
Ο Γιάννης ο Πεντεορίτης καβάλησε τη φοράδα, αφού πρώτα μας ευχαρίστησε και μας υπενθύμισε να μην ξεχά- σουμε τη θεία μας τη Όλγα και την Κούλα και να επισκε- φτούμε το χωριό του, όπου με χαρά θα μας φιλοξενήσει.
Παρακολουθούσαμε αμίλητοι τον Γιάννη με την φοράδα να απομακρύνονται προς την πλευρά του Στενού. Δεν είχαν διανύσει ούτε διακόσια μέτρα όταν το άλογο κάνει απότομα στροφή 180 μοίρες, σηκώνει τα μπροστινά του πόδια και, κοιτάζοντας προς την δική μας πλευρά, άρχισε να χλιμι- ντρίζει έντονα ενώ ο Γιάννης με δυσκολία προσπαθούσε να το επαναφέρει στην πορεία του.
163
Αυτό το χλιμίντρισμα ήταν το τελευταίο ακουστικό αποτύπωμα της Κούλας, που έμεινε άσβεστο στην μνήμη μου παρόλο που έχουν περάσει τόσες δεκαετίες...
Η κόρνα του φορτηγού που είχε σταματήσει στον δημόσιο δρόμο μας επανέφερε στην πραγματικότητα. «Ο Θύμιος είναι», λέει ο πατέρας μου, «πάω να συνεννοηθούμε τι ώρα θα έλθει το πρωί να φορτώσουμε.» Ο Θύμιος ο Καραγιάν- νης, φίλος του πατέρα μου και ξάδελφος της μάνας μου, είχε φορτηγό και προσφέρθηκε να μας μεταφέρει στην Αθήνα.
Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021
Άγριος Λιδωρικιώτης…
«Διῆλθεν ἤδη ὁ γαλακτοπώλης, ὁ ὑψηλὸς καὶ ἄγριος Λιδωρικιώτης, ὁ δι’ ἀπαισίου ὑποκώφου μυκηθμοῦ διαλαλῶν τὸ ἐμπόρευμά του. Παρῆλθεν ἡ ἀντιπολιτευομένη αὐτὸν συνοδεία αἰγῶν, ἥν ἀμέλγει παρ’ ἑκάστην θύραν, χάριν τῶν ἐπιθυμούντων νωπὸν γάλα παροίκων, ὁ ὁδηγός της, κροταλίζουσα τοὺς κωδωνίσκους της καὶ βληχωμένη. Παρῆλθον δύο ἤ τρεῖς πωληταὶ βελονῶν καὶ καρφίδων καὶ δακτυληθρῶν καὶ νημάτων. Ἠκούσθη τοῦ ἀρτοποιοῦ ἡ χονδρὴ φωνὴ καὶ ἡ μελιτώδης φλυαρία τῆς γραίας, τῆς πωλούσης βότανα καὶ φύκη. Καὶ ἀκολουθοῦντες αὐτοὺς διέρχονται κατόπιν ἰχθυοπῶλαι, πραγματευταί, λαχανοπῶλαι, ὀπωροπῶλαι, ὀψοπῶλαι, ὅλα τῶν ἐμπορευμένων τὰ γένη καὶ τὰ εἴδη, κύπτοντες τὸν αὐχένα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν προμηθειῶν των ἤ ἐπιφορτίζοντες δι’ αὐτῶν τὴν ράχιν ψωραλέου ὀναρίου
Απόσπασμα από τα Αθηναιογραφήματα του Μ Μητσάκη* γραμμένα στην αρχή του περασμένου αιώνα.
* Ο Μιχαήλ Μητσάκης είναι ισότιμο μέλος της τριανδρίας Παπαδιαμάντης-Βιζυηνός-Μητσάκης. Αλλά είναι ο πλέον άγνωστος από τους τρεις.
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021
«Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις»
Από το: https://www.protothema.gr/
Ένα ξεχωριστό βιβλίο του Κωνσταντίνου Μπερτσιά με τίτλο «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο” που περιλαμβάνει 18 διηγήματα με σημείο αναφοράς έναν τόπο ο οποίος, στη δεκαετία του ’70, θυσιάστηκε για να λυτρωθεί η Αθήνα από την λειψυδρία
Από την τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε στον ποταμό Μόρνο, ένας αγωγός διακοσίων περίπου χιλιομέτρων έφερε νερό στη διψασμένη πόλη. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν άρον άρον από την γενέθλια γη τους, ο τόπος καταστράφηκε συθέμελα, οι μπουλντόζες εξαφάνισαν παμπάλαιους οικισμούς, ιστορικές γέφυρες, νεκροταφεία, βυζαντινές εκκλησίες. Δεν γλίτωσε από την καταστροφή κανένα υλικό αποτύπωμα από τη μακραίωνη παρουσία των ανθρώπων σε αυτή τη γωνιά της Στερεάς Ελλάδας.
Οι ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας επικεντρώνονται στο άυλο αποτύπωμα που άφησαν στη μνήμη του ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έζησαν στα μέρη που κατέπνιξαν τα νερά του Μόρνου. Επέλεξε να ανασύρει από τη λήθη αυτές τις ιστορίες ξαναζωντανεύοντας τες ως μια ωδή σε όλο αυτόν τον κόσμο, που έχασε τη γη κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια του χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Το συναξάρι αυτών των ιστοριών δεν αφορά αποκλειστικά στον μικρόκοσμο της κοιλάδας του Μόρνου, αφού παρόμοιες συναντάμε σε όλη την ελληνική ύπαιθρο μέχρι την δεκαετία του ’70.
Η αναγνώριση αυτού του βιβλίου ενισχύει την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται οικολογικά, να λειτουργεί ως νοικάρης αυτού του πλανήτη και όχι ως κυρίαρχος ιδιοκτήτης. Ως έλλογο ον οφείλει να συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη του έμψυχου και άψυχου κόσμου.
Πρόλογος
Ήδη στον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Μπερτσιά ενυπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης, όνειρα που σχηματίστηκαν κάποτε, υπήρξαν και έσβησαν στη συνέχεια, ενώ στο μυαλό σφράγισαν αναμνήσεις που παρέμειναν ζωντανές. Τελικά, η μνήμη γίνεται βάλσαμο στον πόνο και την πίκρα και οδηγεί στη νοερή αναβίωση του παρελθόντος.
Πρόκειται για ένα παρελθόν όχι αυστηρά προσωπικό, γιατί μέσα από αυτό ξετυλίγεται με τη ζωντανή παραστατική αφήγηση, τη γλαφυρή περιγραφή και την αμεσότητα των διαλόγων, η κουλτούρα και η παράδοση της ελληνικής επαρχίας, που μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη και τις εκάστοτε αναφυόμενες σκοπιμότητες, καθίσταται το σφάγιο στο βωμό της λεγόμενης «αειφόρου ανάπτυξης», της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.
Αυτό που περισσότερο γοήτευσε τον άνθρωπο από την αρχαιότητα, η φύση, και μάλιστα η ελληνική φύση με τη διαύγεια, την καθαρότητα και την αισθητική της καλλιγραμμία, από τον Ηράκλειτο μέχρι και τον Αριστοτέλη και τους νεότερους φιλόσοφους, χάνει την αυτοδυναμία της και γίνεται υποχείριο της όποιας εξέλιξης, που δυστυχώς λησμονεί την «αρχή» της.
Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, αναδύεται μέσα από τα διηγήματα ένα σφοδρό κατηγορώ κατά της κοντόφθαλμης πολιτικής των αρχών, της έλλειψης διορατικότητας και προγραμματισμού διεπόμενων από σεβασμό προς τη φύση, την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό.
Εδώ ακριβώς, τοποθετείται το μεγάλο θέμα της ηθικής ευθύνης του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, του δελεασμένου από τα επιτεύγματα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Το κόστος είναι ιστορικό, κοινωνικό, ηθικό, αισθητικό.
Κάπου σημειώνει ο αφηγητής: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Τα συναισθήματα αυτά είναι οικεία και γνώριμα στον κόσμο της Κύπρου. Νοσταλγούμε την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τον Απόστολο Ανδρέα, ενώ ζούμε στον τόπο μας και αυτό κάνει την πίκρα μας πιο οδυνηρή.
Στο κεφάλαιο «Ο Χαμένος Παράδεισος», ο λόγος είναι λυρικός, ενέχων εντός του δύναμη ομηρική, εμποτισμένη από την αγάπη και τη λαχτάρα ενός κόσμου που άλλοτε ζούσε και δημιουργούσε αστείρευτα. Ήταν τότε τα χρόνια του πατρικού σπιτιού, της παιδικής ηλικίας, που σφραγίζει ανεξίτηλα κάθε ανθρώπινη ψυχή.
Μέσα όμως από την ανάμνηση των οικογενειακών περιστατικών, αναδεικνύονται συγχρόνως και ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού, που κινούνται μέσα σε τραγικές αντιθέσεις. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου «δεν πρέπει να εκμεταλλευόμαστε την ανάγκη των ανθρώπων», σημειώνει τελικά με ανθρωπιά ο αφηγητής.
Εξάλλου, η ηθική διάσταση συμπορεύεται με την φυσική διάσταση των πραγμάτων, όπως φαίνεται στο διήγημα «Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή» σημειώνει η Φώφη Παντελή, φιλόλογος, διευθύντρια μέσης εκπαίδευσης στη Λευκωσία.
Προ-Κείμενο
Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.
Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.
Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.
Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.
Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».
Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.
Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.
Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:
Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;
Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.
Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.
Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.
Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.
Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021
Το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά με τίτλο: «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» που μόλις κυκλοφόρησε μπορεί να αποκτήσει κανείς στα βιβλιοπωλεία: ΑΛΦΕΙΟΣ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ , ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ, ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ, ΠΑΤΑΚΗΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, LOFT books.
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021
Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021
«Μια φορά κι ένα καιρό, αρκετά χρόνια πίσω, ήταν ένα μικρό παιδί του δημοτικού, που το πήγαιναν οι γονείς του τα καλοκαίρια στο χωριό. Το χωριό το λέγανε Αγόριανη, Κάτω Αγόριανη (μετά Λίλαια) και ήταν στις πλαγιές του βόρειου Παρνασσού. Σ’ αυτές τις καλοκαιρινές διακοπές το παιδάκι αυτό, δηλαδή εγώ, ζούσε την χωριάτικη ζωή, κατέγραφε το κάθε τι των ανθρώπων του, μάθαινε από τους μεγαλύτερους, κάθε τί που είχε σχέση με τις ασχολίες των χωρικών. Έμαθε για τις καλλιέργειες, τα στάρια και τον θερισμό, το ξεκαλαμπόκιασμα στις ατέλειωτες ολονυκτίες στο μπαϊρι, γνώρισε τον αργαλειό και τα έργα του στο κατώι του σπιτιού, τους ήχους του κόπανου που χτυπούσαν τα σκουτιά για να τα καθαρίσουν στα νερά του Κάτω Κεφαλόβρυσου, το τραγούδι της συντροφιάς στο νυχτολόι στο χαγιάτι. Ανέβηκε στο μουλάρι, κουβάλησε το νερό με τις βαρέλες στο σπίτι και έπαιξε πάνω στη σβάρνα, στον ατέλειωτο κύκλο της σποράς. ![]() Η γιαγιά μου η Φωτούλα, η θειά μου η Θοδώρα, ο μπάρμπα Τάσος, η θειά η Σταθού, ο Κουκουτόγιανος, η Λελούδα, ο μπάρμπα Θύμιος, ο Ηλιάς και ο Αντριάς, η θειά μου η Νίκη, ο μπάρμπα Λουκάς (ο Αμερικάνος), η γιαγιά Βαλσάμω και τόσοι άλλοι ήταν ο κόσμος μου, ο κόσμος των θερινών διακοπών μου. Ο παππούς μου ο Μήτρος (Παλουκομήτρος) μου έμαθε τη ζωή στο βουνό, για τα ζωντανά και τις συνήθειές τους, τον καιρό που ο τσοπάνος ζει στο βουνό με το κοπάδι του, τις καλοκαιρινές βοσκές στην Φτερόλακα,, τις δυσκολίες, τις χαρές και πολλά άλλα. Πέρασαν αρκετά χρόνια. Πολλά άλλαξαν αλλά η αγάπη μου για το βουνό και τους ανθρώπους του, έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα μέσα μου. Πριν πολλά χρόνια, παιδάκι, η γιαγιά Φωτούλα με πήγαινε στη Φτερόλακα απ’ το μονοπάτι του Κακορέματος, καβάλα στο μπλάρι με προμήθειες, για τον παππού που ζούσε στο βουνό με τα πρόβατα…. ![]() Νύχτα, σηκώθηκα και κοίταξα τον ουρανό. Αστέρια δεν είδα, αλλά διέγνωσα σύννεφα. «Τί μ’ αυτό;» σκέφθηκα, «δεν μπορώ να απουσιάσω από την συνάντηση.. Τόσα χρόνια προετοιμαζόμουν γι’ αυτή». «Κι’ αν βρέξει; Αρκεί να βγω στον δρόμο του πηγαιμού και μετά ας ανοίξουν οι κρουνοί τ’ ουρανού»! Η σύντροφός μου παραδίπλα με άκουσε και με ρώτησε, πώς είναι ο καιρός και γω βιάστηκα να πω: «καλός, αρκετά καλός». Σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε, φορτωθήκαμε τα σακίδια και η νύχτα κρατούσε. Δρασκελίζοντας την μεγάλη ξύλινη πόρτα, ακούστηκε το ρολόι της εκκλησίας να χτυπάει ένα ήχο, ήταν 0630 και κατηφορίσαμε διασχίζοντας τα σπίτια του χωριού. Περνώντας την πλατεία, οι άνθρωποι είχαν «πιαστεί» στις δουλειές και λίγο πιο κάτω βγαίνοντας απ’ αυτό συναντήσαμε τον παπά Δήμα να σέρνει τον φορτωμένο του γάιδαρο. Ανταλλάξαμε χαιρετισμούς, μάς ευχήθηκε «καλό δρόμο» και σε λίγο σιμώσαμε το Πέρα Κεφαλόβρυσο. Το πρώτο φως φώτισε και ο τόπος ζωντάνεψε. Στο εικονοστάσι του δρόμου, αφήσαμε τη δημοσιά και μπήκαμε στον χωματόδρομο, που οδηγούσε μέσα από ξερολίβαδα και καλλιεργημένα αμπέλια, αρχή ρεματιάς. Εκεί ο χωματόδρομος σταματούσε. Μια ανάσα κοιτάζοντας ίσια μπροστά μας τα γκρέμια των βραχωμάτων, που χωνόντουσαν βαθιά στο ορεινό ανάγλυφο του βουνού και το μονοπάτι να καλοφαίνεται «γραμμένο» απέναντι, στα δεξιά μας. Ο τόπος με τα πλατάνια και μεις κάναμε κατά τη ρεματιά, σημαδεύοντας ένα από τα πολλά μονοπάτια, που περνώντας μέσα από πουρνάρια και ανοίγματα οδηγηθήκαμε στα ριζά των βραχωμάτων. Η ανατολή ηλίου μας πρόλαβε στο ανέβασμα του καλογραμμένου μονοπατιού, που σοφά κόλλαγε στην πλαγιά της ρεματιάς και σιγά – σιγά ψήλωνε. ![]() Τούτο ήταν μονοπάτι φαρδύ, μουλαρόδρομος που ανεβοκατέβαιναν και ζώα φορτωμένα. Ο καιρός έδειχνε ν’ ανοίγει βόρεια, αλλά νότια, εκεί που είχαμε προορισμό να οδηγηθούμε έδειχνε κλεισμένος. Κόψαμε λίγο το ρυθμό της ανάβασής μας για μια ανάσα και παρατηρήσαμε ότι αριστερά μας οι κορφές στενεύουν με σάρες, όπου γιδόστρατα οδηγούσαν κατά κει που σμίγαν με την ορθοπλαγιά στην οποία στεκόμασταν. Ξαφνικά ακούσαμε κουδούνια και προσπάθησα να ανακαλύψω τη θέση τους. Διαπίστωσα ότι ήταν απέναντί μας, στα δασωμένα και κινιόντουσαν στις σάρες. Βοσκό δεν διέκρινα. Το μονοπάτι οδηγούσε ανάποδα βορειοδυτικά και μετά έστριβε νότια, όπου σ’ έφερνε κάτω από «σχισμάδα». Πάνω από το κεφάλι μας η ορθοπλαγιά και στα σπλάχνα της μια χαρακτηριστική σχισμή στην πορεία μας, σημείο αναφοράς. Περάσαμε με προσοχή πάνω στο μονοπάτι γιατί ήταν ανοιγμένο στα πλευρά της σάρας και εκεί που βγαίναμε στη συμβολή των δυο πλευρών, σμίξαμε με τα γίδια και τον τσοπάνο. Χαιρετηθήκαμε όπως αρμόζει και με ρώτησε «τίνος είσαι και για πού το βάλατε»; «Είμαι του Μήτρου του Μπούκαλη εγγονός και πάμε στη Φτερόλακα», αποκρίθηκα. Τα μάτια του έλαμψαν, έκανε ένα βήμα πίσω και μετά δυο μπροστά και μ’ αγκάλιασε! Αισθάνθηκα ότι ζούσα σε όνειρο. Η ζεστή φωνή του ακούστηκε αντίλαλος στο πέρασμα. «του γέρο Μήτρου ε! μπράβο, το λέει η ψυχούλα σας χαρά στο κουράγιο σας.. Ο γέρο Μήτρος ήταν ο πρώτος και ο καλλίτερος απ’ όλους μας. Αγάπησε το βουνό και τα πρόβατα, τους αφιερώθηκε. Τόσο πολύ νοιαζόταν για το κοπάδι του! Ήταν ταμάχις = «λεβέντης». [..υπερβολική αγάπη για κάτι, πλεονεξία, κοινώς ταμάχι, ακόρεστος, άπληστος]. (Βονσταντζόγλου Θεολ.1998:676) ![]() Τέτοιος άνθρωπος δεν έχει ξαναπεράσει απ’ τα βουνά. Αυτά που έκανε ο γέρο Μήτρος δεν τα έκανε κανείς άλλος. Είχε περάσει τα 70 χρόνια και κόλλαγε στα έλατα για να κατεβάσει μελά για τα πρόβατά του. [Μελά το: το παράσιτο φυτό ιξός. Η λέξη είναι σλαβική imela (=ιξός)] (Φλώρου Θ. Αθανασίου1980:371). Είναι θρύλος ο παππούς σου. Εγώ υπήρξα μαθητής του. Έχουμε κάνει πολλά μαζί. Τέτοιος άνθρωπος δεν ματαπέρασε απ’ τα βουνά». Τούτες οι λέξεις στάλαζαν μέσα μου, καθαρές, με μια γλυκάδα μεταφέρνοντάς με κιόλας σ’ ένα κόσμο γεμάτο μυθικούς ήρωες με τα κατορθώματά τους και με γέμισαν μ’ ένα συναίσθημα υπερηφάνειας. Τρόμαξα να ρωτήσω, - φοβούμενος μη διακόψω αυτά που άκουγα – το όνομα του βοσκού: «Θόδωρος Τσαπάρας και είμαι 67 χρονώ».. Γίδια μάς πέρασαν από κοντά μας. Ο μπάρμπα Θόδωρος βάλθηκε τώρα να μάς ξεναγεί στα λημέρια του. Μας έδειξε την Μπαρτοσπηλιά (μπαρουτοσπηλιά), (1) που έχασκε τεράστια στα δεξιά μας. «Εκεί στα χρόνια τα παλιά έφτιαχναν μπαρούτι. Έχει φούρνο μέσα, λεκάνες για νερό και είναι αμέτρητη, χάνεσαι μέσα της. Εδώ ο παππούς σου ο Μήτρος, όταν έπιαναν τα πρώτα χιόνια, κοντά στο Νοέμβρη, κατέβαινε από τη Φτερόλακα και «κολλούσε» φωτιά μέσα στη σπηλιά και περνούσε τις νύχτες. Απέναντι τη σπηλιά την λέμε «του Τυριά». Εκεί βάζαμε τα τυριά που φτιάχναμε το καλοκαίρι για να διατηρούνται. Μέσα είναι πολύ μεγάλη και χωράει 2.000 πρόβατα. Ακόμα και τ’ άλογά τους οι ξυλοκόποι έβαζαν εκεί μέσα όταν νυχτώνονταν στη δουλειά και δεν πρόκαμαν να γυρίζουν στο χωριό. Η σπηλιά του Τυριά έχει ένα ημικυκλικό άνοιγμα και δείχνει σαν σκαμμένα από πάνω της, φαντάζει σαν φωλιά μεγάλου πουλιού. Έδειξε κατά κει κάνοντας μια κίνηση με το χέρι ο μπάρμπα Θόδωρος και χαμογελώντας πρόσθεσε: Είναι αετού, εδώ ο τόπος έχει αετούς. Τώρα ζουν τρεις αετοί που πετούν στο άνοιγμα των κορυφών. Είναι πολύ επιβλητικά πουλιά. Πολλές φορές αρπάζουν κι’ από κανένα γίδι, όταν αυτό βρεθεί στα γκρέμια. Το γκρεμίζουν και κατεβαίνουν και το παίρνουν. Όσο έξυπνα και δυνατά πουλιά στην όραση είναι, έχουν κι’ ένα ευαίσθητο σημείο. Δεν αποφεύγουν το σίδερο (δόκανο) με το δόλωμα και πιάνονται, ενώ ο κόρακας είναι παμπόνηρος. Είχαμε συνεπαρθεί. Εγώ ζούσα σε άλλο κόσμο και η σύντροφός μου δίπλα το καταλάβαινε και χαμογελούσε. Προχωρήσαμε όλοι μαζί σιγά-σιγά ψηλότερα κουβεντιάζοντας. Δεξιά στις σάρες μάς έδειξε τον ίταμο (2), μοναδικό είδος δένδρου στην περιοχή. Έκανα κατά κει και δεν τον εύρισκα, αλλά καθοδηγώντας με από κάτω, τον ξετρύπωσα πίσω από τα έλατα και τον είδα από κοντά. Μάς ενημέρωσε για το μονοπάτι, για το σημείο που θα πρέπει να κάνουμε αριστερά και τέλος είπε: «Θα σμίξουμε στη Φτερόλακα, θα αφήσω τα γίδια χαμηλότερα, θα πάω για ξύλα και θα βάλω πέτρες (σημάδια) στο σημείο. Θα σας περιμένω στην λάκα»! Χαιρετηθήκαμε προσωρινά και δώσαμε ραντεβού στην καλύβα του παππού. Χάθηκε αθόρυβα μέσα στο δάσος και μείναμε άφωνοι δίχως να έχουμε συνέλθει απ’ τα «τυχαία» σημάδια. Τόσα πολλά; διερωτήθηκα.. η συνάντηση, οι αετοί, ο ίταμος κι’ όλα αυτά για τον παππού μου….. ![]() Ο καιρός κρατούσε τη μουντάδα του και η βροχή δεν ερχόταν. Ξαναφορτωθήκαμε τα σακίδια και χωθήκαμε βαθύτερα στο πυκνό δάσος. Το μονοπάτι, καλογραμμένο να ανηφορίζει και στα πεσμένα από χιονοστιβάδες έλατα «χανόταν» και τα πόδια μας τώρα έπρεπε να υπερπηδήσουν τους πεσμένους κορμούς με τις λειχήνες και να βουλιάξουν στο «στρώμα» απ’ τα πεσμένα κλαδιά. Ολόγυρα κατανυκτική ησυχία, τα έλατα να κρατούν μακριά το φως της ημέρας και μόνο ο ήχος του αγέρα περνούσε διακριτικά ανάμεσα στα κλαδιά. Η παρουσία μανιταριών έκανε τον χώρο να φαντάζει μαγική πολιτεία.. Το μονοπάτι ανηφόριζε αριστερά σ’ ένα στεγνό χείμαρρο και σιγά- σιγά μάς γύρισε αριστερά επάνω. Πάνω στην ώρα συναντήσαμε τα «σημάδια» του μπάρμπα Θόδωρου. Λοξέψαμε πάνω, όπως αυτά μας οδηγούσαν και μετά από ώρα βρεθήκαμε με σιγουριά στη Φτερόλακα. ![]() Μπροστά μας η λάκα γεμάτη φτέρες, που σχημάτιζαν με το φύλλωμά τους ένα δικό τους «δάσος» στο μπόι μου και ολόγυρα κορφές ελατοσκέπαστες. Κοίταζα και ξανά-κοίταζα, ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια μου και να αγκαλιάσω όλο τούτο τον τόπο. Προχώρησα λίγο, άφησα το σώμα μου να ροβολήσει για λίγα μέτρα και έπεσα πάνω στην πρώτη καλύβα. Στα ριζά του έλατου, έστεκε έρημη και φάνταζε παράξενα στα μάτια μου. Πού ήμουν; Έγειρα κατά τη λάκα, την ώρα που απ’ ένα άνοιγμα της συννεφιάς έπεσε ένα φως και την έλουζε Θυμήθηκα την λάκα των παιδικών μου χρόνων που έσφυζε από ζωή. Τσοπάνηδες και ζωντανά να γυροφέρνουν. Τα τσοπανόπαιδα να τραμπαλίζονται στο αλώνι πάνω στον κορμό του ελάτου, οι καλύβες «σπιτάκια» παραμυθένια και τα σφυρίγματα των τσοπαναραίων να αντιλαλούν ολόγυρα. Τότε, η λάκα είχε 1.000 πρόβατα και η τσοπανούρα της λάκας ήταν: οι: Πανοσπύρος, Καρακώστας Ανδρέας (Γαλώνης), Λιάπηδες (Γιώργος, Δημήτρης, Γιάννης) ο Μαυροδήμος Γιάννης, ο Μπούκαλης Δημήτρης (Παλουκομήτρος) με τις καλύβες τους στημένες ολόγυρα και κοπάδια να γυροφέρνουν, ανθρώπων φωνές και γέλια, ανάκατα εμείς τα παιδιά να παίζουμε στα αυτοσχέδια παιχνίδια πούχαν στηθεί. Σωστό πανηγύρι, ξαναγύριζε ζωντανεμένο στα μάτια μου τώρα. Νερό η λάκα δεν είχε. Κάθε δεύτερη μέρα οδηγούσαν τα ζωντανά τους στην πηγή Πουρνάρι, 15΄ λεπτά απόσταση. Οι καλύβες, στρωμένες με πυκνό στρώμα από λατσούδια και από πάνω το καπότι του παππού ήταν το καλλίτερο κρεββάτι για ξεκούραση απ’ το ολοήμερο παιχνίδι μας. Φορτιάρικα άλογα να φορτώνονται με τα πεσμένα ξύλα από το πέρασμα του χειμώνα, για το τζάκι. Τα πειράγματα να πηγαίνουν και νάρχονται αναμεταξύ τους! Κείνα τα χρόνια ο παππούς ανέβαινε στη Φτερόλακα στις 20 Ιουνίου και οι περισσότεροι κατέβαζαν τα κοπάδια τους τέλη Αυγούστου. Ο Παλουκομήτρος καθόταν μέχρι τα πρώτα χιόνια, που έπεφταν τον μήνα Νοέμβρη. Κατέβαινε αργά – αργά πέφτοντας αρχικά στον Άι Δημήτρη, πάνω απ’ το χωριό της Κάτω Αγόριανης, εκεί που πέρναγε το μονοπάτι για την Πάνω Αγόριανη και αργότερα, όταν χειμώνιαζε για τα καλά τα έβοσκε στον κάμπο, στο Μπαϊρι και ακόμα πιο πέρα στο Μεγαλοκύρι, στα Δαδιώτικα. Πολλές χρονιές τα μάζευε και στο χωριό. Την άνοιξη όμως, όταν καιρός μαλάκωνε, απ’ τον Μάρτη παίρνανε τα δρόμο για τα ψηλώματα του Παρνασσού. Εκεί που είχα ξεμακρύνει με τις θύμισες, ακούστηκε η φωνή του μπάρμπα Θόδωρου, απ’ την άλλη μεριά της λάκας. Απάντησα και σε λίγο σμίξαμε. Μας πήρε και μας οδήγησε στην καλύβα του παππού και μας εξήγησε. Μας έδειξε την πρώτη, που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή που πρωτοαντίκρυσα στη λάκα και ακριβώς δίπλα το νεότερο καλύβι, που με τα χρόνια το είχε παραδώσει στον Πανοσπύρο τον αδελφό του και αυτός στον Θύμιο, τον γιό του, που χρόνια ήταν από κοντά του. ![]() Μ’ αυτά θυμήθηκα και κάτι, απ’ τα χρόνια του Πολέμου που μούλεγε η γιαγιά και θυμόταν μια γυναίκα, που γύριζε στα βουνά τους με παντελόνια και άρβυλα. Ήταν η Ειρήνη Σπανδωνίδου, λαογράφος, 50ντάρα τότε. Στα μάτια των χωρικών φάνταζε ως κατάσκοπος! Κάποτε πέρασε και από τα βουνά του Παρνασσού. Πέρασε και απ’ εδώ, κουβεντιάζοντας με τους τσοπάνηδες. Στην πηγή Πουρνάρι συναντήθηκε με τον γέρο Πάνου, τον προπάππο μου, όπου και τον φωτογράφησε. Αναζητώντας την φωτογραφία αυτή, τα επόμενα χρόνια, την βρήκα. Δυστυχώς όμως, το σπουδαίο υλικό της σπουδαίας λαογράφου δεν διασώθηκε και χάθηκε θησαυρός σοφίας και γνώσης. Αφήνω την σπουδαία ερευνήτρια απ’ τα παλιά και ξαναγυρίζω στο τώρα. Με τον μπάρμπα Θόδωροσυνεχίσαμε την κουβέντα, πούχαμε να πούμε πολλά. Είπαμε για το πώς φτάσαμε ίσα με εδώ και τον ευχαριστήσαμε για τα «σημάδια». Ζυγώσαμε στο καλύβι και καθίσαμε στην αυτοσχέδια τραπεζαρία. Ο μπάρμπα Θόδωρος είχε τελειώσει με το μάζεμα ξύλων, το κοπάδι με τα γίδια είχε περάσει στη απέναντι πλευρά της λάκκας, που όμως ήταν απαγορευμένο για βοσκή, όπως σιγομουρμούρισε. Καθίσαμε και ανοίξαμε τον ντορβά. Βγήκε η προβατίνα, βάλαμε και μείς τα δικά μας και φάγαμε με όρεξη. Φάγαμε κουβεντιαστά, ωραία ήταν, αλλά έπρεπε και να ξεκολλήσουμε, εάν θέλαμε να ολοκληρώσουμε τον στόχο μας πούταν η Πάνω Αγόριανη και βάλε, ενώ ο μπάρμπα Θόδωρος έπρεπε να γυρίσει στα ζωντανά του χαμηλά και στις δουλειές του. Επαναλάβαμε το δρομολόγιό μας δυο φορές για να το εμπεδώσουμε και να μην μπερδευτούμε, σύμφωνα με τις οδηγίες του και αφού πείστηκε ότι το είχαμε μάθει απ’ έξω, τότε μας έδειξε την αρχή του χωματόδρομου, που φτάνει στις μέρες μας μέσα στη λάκα τη Φτερόλακα, από την Πάνω Αγόριανη. Φυσικά, εδώ οι ανθρώποι μιλούν για τον δρόμο «δημοσιά», μιας και για χρόνια εδώ πάνω έφτανε μόνο μονοπάτι.. Τούτη τη φορά σφίξαμε τα χέρια για να χωρίσουμε τους δρόμους μας και είπαμε να βρεθούμε στο χωριό, στην Κάτω Αγόριανη. Χάθηκε μέσα στις φτέρες αθόρυβα και μείναμε πίσω βουβοί δίπλα στα απομεινάρια του καλυβιού. Όταν ο ήλιος βγήκε και πήρε να ζεστάνει ο τόπος, ήταν καταμεσήμερο, 12.00 η ώρα. ![]() Ξεκολλήσαμε, πήραμε τον χωματόδρομο «δημοσιά» και πριν αφήσουμε τη λάκα, γύρισα και έριξα πίσω μου μια ματιά. Ο ήλιος έλουζε τον τόπο, οι φτέρες χρύσιζαν και από τα κλαδιά των ελάτων άκουγα κάτι σαν τραγούδι. Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και έβαλα τα πόδια μου να προχωρήσουν. Τώρα ο καιρός είχε φτιάξει για τα καλά, ο τόπος έβγαλε ζέστη απ’ τις φτέρες και τα έλατα σώπασαν. Σε 15΄ λεπτά φτάσαμε στις «κλειδωνιές» (αλυσίδα με λουκέτο για να μην διέρχονται οι λάθρο-ξυλοκόποι) Δίπλα η πηγή Πουρνάρι, με το νερό να πετιέται από τα έγκατα της γης και πιο κει ένα υπέροχο πλάτωμα για κατασκήνωση. Ένας δρόμος έφευγε δεξιά, ενώ εμείς έπρεπε να κάνουμε σε δρόμο αριστερά. Ανηφόριζε και σε λίγο μας έριξε στην καταβόθρα. Εδώ νερά που σμίγουν προερχόμενα από τις γύρω κορυφές, να σχηματίζουν μικρές υδατοπτώσεις κάτω από το γεφυράκι. Παραδεισένιο σκηνικό. Αμέσως μετά τα οροπέδια με Κουκουβίστικα και Καλοβατιανά χωράφια (γειτονικά χωριά που εκμεταλλεύονται τον τόπο) και τα πουλιά, συνοδοιπόροι στον δρόμο μας. Χαρά Θεού, οι φτέρες να λικνίζονται καταμεσής του χωματόδρομου στον αγέρα και εμείς με ούριο άνεμο, ξεκούραστα μπορούσαμε να ταξιδεύουμε για ώρες. Ο εποχιακά διαβατός χωματόδρομος κρατιόνταν σε ένα σταθερό υψόμετρο και οδηγούσε νότιο-ανατολικά. Συναντήσαμε δρόμο στο δεξί μας χέρι, που έγραφε ΑΔΙΕΞΟΔΟ προς Αργοστήλια. Ο δρόμος οδηγούσε όλο και πιο μακριά και οι ώρες τώρα βάραιναν. Τώρα έπρεπε να κοιτάμε για το ανάχωμα σε κάποιο σημείο, που ξεκινούσε το μονοπάτι και έπρεπε να αφήσουμε τον χωματόδρομο, για να κόψουμε δρόμο, για να πέσουμε στο χωριό. Αφού συναντήσαμε ένα σταυροδρόμι προσπαθήσαμε να διακρίνουμε κάποιο σημάδι για να προσανατολιστούμε, αλλά τα δάση δεν επέτρεπαν να δούμε μακρύτερα απ’ αυτόν τον ίδιο τον δρόμο. Σε μια στροφή του πρόβαλαν απέναντί μας οι γυμνές κορυφές. Πηγαίναμε για τη δημοσιά ή θα έπρεπε να συναντήσουμε το πολυαναμενόμενο ανάχωμα του μπάρμπα Θόδωρου; Με την σκέψη στραμμένη εκεί, πέσαμε διάνα! Ο μπάρμπα Θόδωρος μας είχε σώσει ακόμη μια φορά σήμερα. Τούτο το μονοπάτι, που στο ανάχωμά του άφηνε τον δρόμο και μας έχωνε στο δάσος, κατηφόριζε μπροστά μας στρωτά. Ήταν απ’ τα παλιά και καλογραμμένο, δείγμα ότι πριν την διάνοιξη του δρόμου, ήταν η μοναδική επικοινωνία. Κατηφόριζε στρωτά (βλέπεις τα μονοπάτια αυτό είναι ανοιγμένα για πόδια), αρχικά έβγαινε σε κροκάλες μέσα από κορμούς δένδρων, όπου τελικά μετά από ώρα το πεδίο γινόταν ξεκούραστο και αργότερα, μέσα από τα κλαδιά των ελάτων, φάνηκε το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. ![]() Σε 40΄ λεπτά μετά, είμασταν στο ξωκκλήσι. Μεσημέρι για τα καλά και ο ήλιος δυνατός. Μετά από ώρες στο βουνό, μια στάση χρειάζονταν. Πάνω απ’ την είσοδο του ξωκκλησιού διαβάσαμε: Ο της Παρνασσίδος οπλαρχηγός Κομνάς Τράκας (3) εν Αλισάκι Ελάτειας την 20 Ιουλίου 1821 κατά την υπό τον ΔΕΜΗΡ ΠΑΣΑ Τούρκων νικηφόρως αγωνισθείς εις ανάμνησιν τον δε ναόν ανήγειρε τω χρόνω δε κατά πεσόντα ο τούτου υιός Λεωνίδας το 1897 ευλαβώς εκ βάθρων ανίδρυσεν και πάλιν δε ετοιμόρροπο καταστάντα ο Επταλόφου εφημέριος Π. Πάλλας κατεδάφισε και εκ νέου ανήγειρεν το 1973-11»….. Ακριβώς κάτω από το εκκλησάκι υπάρχει υδραγωγείο και απ’ εκεί ξεκινά αυλάκι όπου φέρνει το νερό στο χωριό. Δίπλα στο αυλάκι, μονοπάτι και αυτό επιλέξαμε. Αυτό το μονοπάτι σε αποζημιώνει, σε «γλιτώνει» απ’ τις στροφές του δρόμου, ενώ σε «ρίχνει» ομαλά μέσα από πυκνή βλάστηση στα σπίτια του χωριού, ακριβώς πάνω στην χαρακτηριστική στροφή του ασφαλτόδρομου. ![]() Το χωριό μάς υποδέχτηκε με τις κεραμιδωτές στέγες, πνιγμένο στο πράσινο. Η ώρα ήταν 1630, έχοντας κόψει και δρόμο και από τα 1.350μ. υψόμετρο είχαμε πέσει στο 900μ. Περασμένο μεσημέρι και οι μπετονιέρες με τους γερανούς και τα οικοδομικά υλικά να πηγαινοέρχονται ασταμάτητα. Χωθήκαμε στα σοκάκια του χωριού και βγήκαμε στην πλατεία. Εδώ ονειρευόμασταν μια στάση για γλυκό του κουταλιού ή ένα παγωτό, αλλά δεν ευτυχήσαμε! Μας κόπηκε στη μέση η όρεξη, απ’ την φόρα που είχαν πάρει οι μπετονιέρες, που έριχναν το μπετόν στης πλατείας τα διορθώματα. Η πλατεία είχε γίνει όλη ένα γιαπί και αντί για «γλυκιά ανάσα», χωθήκαμε στο πρώτο αυτοκίνητο, που κατηφόριζε στην Κάτω Αγόριανη και φύγαμε. Η απόσταση ήταν 10 χιλιόμετρα δημοσιά (ασφαλτοστρωμένη) και είχε γίνει πριν από ενάμιση χρόνο. Τώρα δεν βλέπαμε την ώρα και τη στιγμή να φτάσουμε στο χωριό μας και να σωριαστούμε στο χαγιάτι. Η γιαγιά Φωτούλα, που αγωνιούσε για την τύχη μας, περίμενε υπομονετικά στην αυλόπορτα και όταν μας είδε, άνοιξε την αγκαλιά της φωνάζοντας «άι παιδάκ’ μ, άι..» Τάκης Ντάσιος, Σεπτέμβριος 1983 Παραπομπές (1) Μπαρουτοσπηλιά Μία από τις μεγαλύτερες σπηλιές της Ελλάδας βρίσκεται κοντά στη Μαριολάτα. Οι πεζοπόροι φθάνοντας στη σπηλιά, αποζημιώνονται από την εκπληκτική θέα, στα υψώματα του Παρνασσού και τον κάμπο. Περνώντας την τεράστια είσοδό της, οι εντυπωσιακές λιθωματικές λεκάνες που μοιάζουν με μικρές πισίνες, οι περίτεχνοι σχηματισμοί των σταλαγμιτών, αλλά και το τεράστιο μέγεθος του εσωτερικού του σπηλαίου, προκαλούν τον θαυμασμό των επισκεπτών. Στα χρόνια της Επανάστασης, μέσα στο σπήλαιο οι αγωνιστές, έφτιαχναν μπαρούτι για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, γι’ αυτό και πήρε την ονομασία Μπαρουτοσπηλιά. Πώς θα πάτε: με κατεύθυνση από τα χωριά Λίλαια προς Μαριολάτα και σχεδόν στη μέση της διαδρομής, βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Στο σημείο αυτό στρίβουμε αριστερά και μπαίνουμε σε χωματόδρομο όπου υπάρχει η πινακίδα του Δασαρχείου Άμφισσας «Μονοπάτι Αγ. Παρασκευή – Μπαρουτοσπηλιά». (2) «Ο Ίταμος (επιστημονική ονομασία: Taxus baccata ελλ. Τάξος η ραγοφόρος, Τάξος ο ραγώδης) είναι ένα κωνοφόρο, που φύεται στη δυτική, κεντρική και νότια Ευρώπη, τη βορειοδυτική Αφρική μέχρι και τον Καύκασο). Συναντάται αυτοφυές στη χώρα μας, σε μεγάλο υψόμετρο, συνήθως σε δάσος ελάτης ή οξυάς. Πρόκειται για αειθαλές δέντρο μικρού έως μεσαίου μεγέθους, με ύψος που συνήθως φθάνει τα 10-20m (σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φθάσει τα 28m) και διάμετρο κορμού που φθάνει έως τα 2m (σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φθάσει τα 4m). Ο κορμός είναι χρώματος καφέ, λεπτός, φολιδωτός. Τα φύλλα του είναι λογχοειδή, μακρόστενα, επίπεδα, σκούρου πράσινου χρώματος με μήκος που φθάνει τα 4 εκατοστά, εξαιρετικά τοξικά και φύονται σπειροειδώς του βλαστού. Ωστόσο, οι βάσεις των φύλλων περιστρέφονται με τέτοιο τρόπο ώστε τα φύλλα να σχηματίζουν δύο σειρές εκατέρωθεν του βλαστού και να σχηματίζουν κολεό με αυτόν. Το ξύλο του είναι καστανοκόκκινο, σκληρό και ανθεκτικό. Ανάπτυξη – Ηλικία, είναι δέντρο που μεγαλώνει αργά και ζει πάρα πολλά χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, η μέγιστη παρατηρηθείσα διάμετρος του κορμού (4m), εκτιμάται πως απαιτεί 2000 έτη ανάπτυξης. Ενδεχομένως πρόκειται για το πλέον μακρόβιο δένδρο της Ευρώπης. Η μακροβιότητά του εξασφαλίζεται μερικώς από τη μοναδική ιδιότητα του Ίταμου να ραγίζει λόγω του υπερβολικού βάρους της ανάπτυξης του κορμού του, δίχως όμως να προσβάλλεται από ασθένειες στις ρωγμές όπως όλα σχεδόν τα υπόλοιπα δένδρα (ενδεχομένως λόγω τοξικότητας του κορμού του). Τοξικότητα, σχεδόν όλα τα μέρη του φυτού είναι τοξικά, εκτός από το περικάρπιο. Η κύρια τοξίνη είναι το αλκαλοειδές ταξάνη. Τα άλογα παρουσιάζουν τη μικρότερη ανεκτικότητα στην τοξίνη, ενώ τα βοοειδή και οι χοίροι είναι ελαφρώς πιο ανεκτικά στην τοξική ουσία. Τα συμπτώματα της προσβολής είναι κρυάδες, δύσπνοια, μυικοί σπασμοί, παροξυσμοί, καταρρεύσεις και τελικά καρδιακή ανεπάρκεια. Ωστόσο, ο θάνατος μπορεί να επέρθει τόσο σύντομα που τα συμπτώματα δεν είναι συχνά ορατά. Η θανατηφόρα δηλητηρίαση στον άνθρωπο είναι σπάνια και συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις κατάποσης μεγάλης ποσότητας τοξικών μερών του φυτού. Μυθολογία: στην αρχαία ελληνική μυθολογία ο ίταμος ήταν αφιερωμένος στις Ερινύες, οι οποίες τιμωρούσαν τους ανθρώπους με τη χρήση του δηλητηρίου του. Η θεά Άρτεμις χρησιμοποιούσε βέλη ποτισμένα σε δηλητήριο ίταμου. Με εντολή της μητέρας της Λητούς σκότωσε με αυτά τα βέλη τα παιδιά της Νιόβης, η οποία καυχιόταν για την πολυτεκνία της. Θρησκεία: Ο ίταμος απαντάται συχνά στους αυλόγυρους εκκλησιών της Μεγ. Βρετανίας και της Γαλλίας (ειδικά στην περιοχή της Νορμανδίας). Στην Ισπανία, και ειδικότερα στην περιοχή Αστούρια έχει έντονο θρησκευτικό συμβολισμό και απαντάται συχνά σε νεκροταφεία, εκκλησίες και τις κεντρικές πλατείες των χωριών. Φαρμακολογία: Η πρώτη χρήση του φυτού εντοπίζεται το 1021 ως καρδιακό φάρμακο. Στη σύγχρονη εποχή, εκχύλισμα των φύλλων του φυτού χρησιμοποιείται στα αντικαρκινικά φάρμακα. Στα κεντρικά Ιμαλάια, το φυτό χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των καρκίνων του μαστού και των ωοθηκών. Τόξα, η χρήση του ξύλου του ίταμου στη Μεγ. Βρετανία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην κατασκευή των χαρακτηριστικών μεγάλων μεσαιωνικών τόξων των στρατευμάτων της περιοχής, αλλά και της υπόλοιπης μεσαιωνικής Ευρώπης. (από την Βικιπαίδεια) (3) Κομνάς Τράκας Ο Κομνηνός "Κομνάς" Τράκας (1786 - 1840) ήταν αγωνιστής της επανάστασης του 1821. Ήταν απόγονος της δυναστείας των Κομνηνών του Βυζαντίου (οι οποίοι κατάγονταν από την Τραπεζούντα). Αυτός και όλα τα αδέλφια του γεννήθηκαν στα Καλάβρυτα, και ένας από τα αδέλφια του, ο Κομνηνός Καλπούζος, ίδρυσε αργότερα το χωριό Αγόριανη (σήμερα Επτάλοφος) του Παρνασσού. Ο Κομνάς (σύντμηση του Κομνηνός) Τράκας και ο Καλπούζος Κομνηνός (άγνωστο γιατί επονομάστηκε Καλπούζος) είχαν άλλα τρία αδέρφια, των οποίων η τύχη αγνοείται. Επονομάστηκε Τράκας επειδή, όταν ήταν παιδί και έπαιζε με τα άλλα παιδιά τις αμάδες, μιμούνταν τον ήχο που κάνουν οι αμάδες όταν «τρακάρουν» και έτσι τα κέρδιζε. Ήταν συναγωνιστής του Πανουργιά και έσωσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο από πρωτύτερη σχεδιαζόμενη δολοφονία του, προειδοποιώντας τον σχετικά: «Εσὺ στη Χαλκομμάτα σύρε να ρίξεις θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία να πάει στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνὰ τον Τράκα». "Αθανάσης Διάκος", Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Μαζί με τους γιους του πρωτοστάτησε στο ξεκίνημα της Επανάστασης στα Βλαχοχώρια της Παρνασσίδος και στην πολιορκία των Σαλώνων, όπου σκοτώθηκε ο γιος του Σταμάτης. Όταν ο Θεόδωρος, πατέρας του Κομνά Τράκα, είδε τον εγγονό του νεκρό είπε: "Γάμος χωρίς κριάρια δεν γίνεται". Διέθεσε από την περιουσία του (300.000 γρόσια) για την επανάσταση του 1821. Πολέμησε ηρωικά και διακρίθηκε για την εξαιρετική του ανδρεία και τις πολεμικές του ικανότητες μαζί με τον ΑθανάσιοΔιάκο και με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στη Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς, στην Άμπλιανη, στο Δερβέν Φούρκα, και στα Καρκαβέλια του Παρνασσού, όπου έσωσε χιλιάδες γυναικόπαιδα από την αιχμαλωσία. Διακρίθηκε ακόμη στη μάχη στα Βασιλικά και το Μάνεση της Ελάτειας όπου και απαθανατίστηκε η δόξα του με δημοτικό τραγούδι. Μετά την απελευθέρωση, ο βασιλιάς Όθωνας τού απένειμε το παράσημο του "Ταγματάρχη της Φάλαγγος". Γιος του ήταν ο Θεόδωρος Τράκας και δισέγγονή του η Βικτωρία Κυριαζή, σύζυγος του Γεωργίου Σκλαβούνου (Από την Βικιπαίδεια). Ενδεικτική Βιβλιογραφία Σπανδωνίδου Ειρήνη1930: Τραγούδια της Αγόριανης (Παρνασσού), εκδ. Πυρσός Ορεινογραφίες | October 19, 2021 at 7:15 pm | Categories: Uncategorized | URL: https://wp.me/p77St6-19T |