Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

Δυνατός σαν το σίδερο και γλυκός σαν τη ζάχαρη!!

πρωτοδημοσιεύθηκε στις: 26/1/2019

Ασυνήθιστη κίνηση εκείνο το πρωινό της εικοστής Οκτωβρίου, στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα, στο σπιτικό του Μπάρμπα Κώστα ή Κώτσιου, όπως ήταν πιο γνωστός στον μικρό, εξωχώριο αγροτικό  οικισμό στην κοιλάδα του Μόρνου, με διάσπαρτα σπίτια και όμορφα, γόνιμα παρόχθια αγροκτήματα.

Στα παλιότερα χρόνια οι άνθρωποι είχαν  καλύτερη, συνήθως βιωματική αντίληψη για τη φύση και τους κινδύνους που αυτή περικλείει, και με περισσή φροντίδα επέλεγαν να χτίζουν τα χωριά τους σε μέρη με το κατάλληλο κλίμα.

Οι κάμποι και οι παραποτάμιες τοποθεσίες με τις έντονες υγρασίες και τους πάγους, τα έλη με τα κουνούπια και τις θανατηφόρες ελονοσίες δεν ήταν ιδανικοί τόποι για μόνιμη διαμονή.

Έχτιζαν τα σπίτια τους σε κατάλληλες ημιορεινές και ορεινές τοποθεσίες και πηγαινοέρχονταν στους κάμπους για τις καθημερινές εργασίες.

Έτσι κι εδώ, στην κοιλάδα του Μόρνου, σχεδόν όλα τα χωριά ήταν χτισμένα στα ψηλά, πέριξ της κοιλάδας, σε μέρη που ήταν καλά προφυλαγμένα και με πιο υγιεινό κλίμα.

Το καθημερινό πηγαινέλα, οπωσδήποτε βασανιστικό και χρονοβόρο, ανάγκαζε πολλούς να χτίζουν  στους αγρούς  πρόχειρα καταλύματα όπου, σε κάποιες περιόδους, κυρίως το καλοκαίρι, έμεναν  σχεδόν μόνιμα.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν και του μπάρμπα Κώτσιου ο οποίος, καμιά τριανταπενταριά  χρόνια πριν, γυρίζοντας από την Αμερική, αγόρασε μια μεγάλη έκταση και άρχισε να την καλλιεργεί. Έχτισε στην αρχή ένα μικρό υπόστεγο που σιγά σιγά μετεξελίχθηκε σε  ολοκληρωμένο αγροτόσπιτο – σε  πλήρες μόνιμο νοικοκυριό.

Ο μπάρμπα Κώτσιος, με πατημένα τα εβδομήντα, είχε δουλέψει σκληρά στην Αμερική επί  είκοσι σχεδόν χρόνια ανοίγοντας δρόμους και σήραγγες στα γρανιτώδη όρη και απλώνοντας σιδηροτροχιές στη Μινεσότα. Στην μακρόχρονη παραμονή του στα ξένα μόνο δύο φορές έκανε το ταξίδι της επιστροφής:  οριστικά λίγο πριν το κραχ του είκοσι εννιά  και, αρκετά χρόνια παλιότερα, για να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους.

Ήταν  πράος και καλοκάγαθος άνθρωπος με χαλύβδινη θέληση και υπομονή και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους συγχωριανούς του για την ακεραιότητα του χαρακτήρα  και τη σοφία του.

Η μακρόχρονη παραμονή του στην Αμερική, πέρα από τη μεγάλη ευχέρεια στα εγγλέζικα, του πρόσφερε επίσης πλούσια εμπειρία και πρωτόγνωρες γνώσεις από τον Νέο Κόσμο, που σαφώς έλλειπαν από την μικρή και απομονωμένη κοινωνία της ορεινής Δωρίδας.

Ο μπάρμπα  Κώτσιος ήταν πολύ καλός αφηγητής και με υπερηφάνεια διηγείτο πάμπολλες φορές τη συμμετοχή του στη πολιορκία των Ιωαννίνων, τη πτώση του Μπιζανίου και την είσοδό του στα Γιάννενα με το στρατιωτικό σώμα που συνόδευε τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Είχε αποκτήσει έξι  παιδιά, τέσσερα από τον πρώτο του γάμο και δυο από τον δεύτερο. Είχε χάσει τις δυο κόρες  και την πρώτη του γυναίκα  από αρρώστιες  που σήμερα θα θεραπεύονταν  πανεύκολα.

Αυτό το πρωινό φαίνεται να είναι πολύ σημαντικό για τον μπάρμπα Κώστα.

Η νύφη του η Ευθυμία, γυναίκα του μικρού του γιου, του Γιώργου, θα έφερνε στο κόσμο μια καινούργια ζωή. Ο Γιώργος ήταν το στερνοπούλι του κι ο μόνος που έμεινε μαζί του, μιας και οι υπόλοιποι τρεις γιοί  είχαν διαλέξει από χρόνια τον δρόμο της ξενιτιάς.

Ο Δημήτρης και ο Θεμιστοκλής, από τον πρώτο του γάμο, είχαν μετακομίσει πριν από τον πόλεμο στην Αθήνα, όπου είχαν αποκατασταθεί επαγγελματικά και είχαν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες.

Ο Σπύρος, από τον δεύτερο γάμο, είχε εδώ και πέντε χρόνια μετακομίσει κι αυτός στην Αθήνα όπου δούλευε μαθαίνοντας την τέχνη του μηχανικού αυτοκινήτων σε στρατιωτικό εργοστάσιο.

Τα εργατικά χέρια της οικογένειας του μπάρμπα Κώστα  που μπορούσαν να βοηθήσουν στις αγροκτηνοτροφικές εργασίες λιγόστευαν και έπρεπε επειγόντως να ενισχυθούν.

Τη λύση έδωσε ο γάμος του νεαρού Γιώργου, σε ηλικία μόλις 19 χρόνων, με την Ευθυμία, δυο χρόνια μεγαλύτερή του και από τις  αξιότερες κοπέλες του χωριού.

Πριν δέκα μήνες η Ευθυμία ήρθε νύφη σε αυτό το σπίτι και σήμερα ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Μεγάλο γεγονός τα γεννητούρια για ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Έφτανε η στιγμή της ολοκλήρωσης του γάμου, η ευχή για «καλούς απογόνους» έπιανε τόπο. Έχουν έλθει να της συμπαρασταθούν και οι λίγες γυναίκες που ζουν στα πέντε -έξι σπίτια που είναι διάσπαρτα στα παρακείμενα αγροκτήματα σε ακτίνα τριών-τεσσάρων χιλιομέτρων.

Η Ευθυμία έχει αρχίσει να πονά ενώ δίπλα η μάνα της και η πεθερά της την ενθαρρύνουν και τη στηρίζουν ψυχολογικά, «σιώπα κορούλα μου, κουράγιο καλή μου, όλα θα τελειώσουν καλά», ακούγονται όλα γλύκα οι κουβέντες τους, βάλσαμο για την νεαρή ετοιμόγεννη.

«Καλή ξελευτεριά», ακούγεται και ξανακούγεται στο μικρό δωματιάκι.

Η Ευθυμία, καλοκαμωμένη γυναίκα, συνεσταλμένη με τόσους ανθρώπους γύρω της, συγκρατούσε όσο μπορούσε τους λυγμούς και τα φωνητά, αλλά κάποιες στιγμές δεν άντεχε και ξεφώνιζε.

Ο Γιώργος, ο άνδρας της, όπως και οι υπόλοιποι άνδρες, περίμενε με αγωνία έξω στο μπαλκόνι όταν ξαφνικά ακούγεται ο μπάρμπα Κώστας να φωνάζει με στεντόρεια φωνή: «Έρχεται!»

Όλοι στρέφουν το βλέμμα στον απέναντι λοφίσκο. Στο μονοπάτι που ερχόταν από το χωριό διακρίνεται καθαρά ένα μουλάρι και η μορφή της Γαλάτως, της πρακτικής μαμής, που είναι καβάλα στο ζώο και του φωνάζει επιτακτικά να πάει πιο γρήγορα.

Σε λίγα λεπτά η μαμή ξεπεζεύει και ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά. Διαβαίνοντας την πόρτα αφήνει να συρθεί η ζώνη της. Ήταν το γούρι. «Έτσι να σύρει το μωρό και να βγει εύκολα!».

Φτάνει κοντά στην Ευθυμία και, πριν της μιλήσει, βάζει στο στόμα της νερό, που της προσφέρει η κυρά Βασιλική, η μάνα της επίτοκης, και  το φυσάει ανάμεσα στα στήθια της ετοιμόγεννης και λέει την ευχή: «Όπως τρέχει το νερό έτσι να κατέβει το παιδί».

Μετά χαϊδεύει την Ευθυμία,  της εύχεται καλή λευτεριά και αρχίζει την εξέταση. Την κοίταξε από δω, την ψηλάφισε από κει και  ακολούθησε η γνωμάτευση: «Όλα καλά!»

Η ώρα περνούσε βασανιστικά για όλους. Οι πόνοι δυνάμωναν και η Γαλάτω βοηθούσε με τα λόγια και τα χέρια της την Ευθυμία. Η μαμή ήταν μεν πρακτική, αλλά οι γνώσεις που είχε αποκτήσει από τις δεκάδες γέννες της έδιναν την αυτοπεποίθηση και τον αέρα να λειτουργεί αποτελεσματικά και να την εμπιστεύονται απόλυτα οι ετοιμόγεννες.

Οι πόνοι έφτασαν στην κορύφωσή τους και με την χρηστική βοήθεια της Γαλάτως η Ευθυμία λευτερώθηκε και γέννησε ένα υγιέστατο αγόρι.

Οι άλλες γυναίκες ανέλαβαν να φροντίσουν τη λεχώνα, η μαμή άρχισε να φροντίζει το μωρό ενώ ακούστηκαν και τα πρώτα κλάματα προς μεγάλη ανακούφιση όλων.

Τότε μπαίνει στο δωμάτιο, ευθυτενής και κοτσονάτος, ο μπάρμπα Κώστας και φωνάζει δυνατά στην γυναίκα του: «Μαρία, φέρε το ταψί και το κουτί με τη ζάχαρη».

Λάμποντας από χαρά και ευχαρίστηση, παίρνει προσεκτικά το μωρό και το βάζει στο σιδερένιο ταψί φωνάζοντας δυνατά: «Να γίνεις δυνατός σαν το σίδερο…» και ταυτόχρονα, με ένα μικρό κουταλάκι, του βάζει ζάχαρη στο στόμα και συνεχίζει την ευχή: «…και γλυκός σαν τη ζάχαρη».

 

 απόσπασμα από το βιβλίο (υπό έκδοση) :"θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις"

πόνημα δημιουργικής γραφής.
Κ.Γ.Μπερτσιάς

  26/1/2019

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου